Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλενιάτικες Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλενιάτικες Ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Δεκεμβρίου 2023

Κλενιάτικες ιστορίες : Η Νεκροφάνεια.

     Γράφει ο Ντίνος Κορδώσης,

  Η Γιώργαινα η Μαριώ, σηκώθηκε αχάραγα κι άναψε το φούρνο. Σαν άρχισε να πέφτει η φωτιά, συνδαύλισε τα μισοκαμένα ξύλα να γίνει η καρβουνιά, Ύστερα κατάσβεσε με την βρεγμένη πανιάρα κι αναμέρισε περιμετρικά τα κάρβουνα.  Σε λίγο έβγαλε την πινακωτή κι άρχισε να μπάζει στο φούρνο τα καρβέλια . Είχε και δυό κουλούρες να πάρουν τα παιδιά μαζί με λίγο τυρί για προσφάι, γιατί η δουλειά στο πηγάδι ήτανε σκληρή και μ’ άδειο στομάχι έτρεμαν τα γόνατα.
    Ο Γιώργος ήτανε στο κρεβάτι. Οι γιατροί στο νοσοκομείο της Κόρθος τους το’ παν  ορθά -κοφτά: «Δεν έχει ζωή, στριφταντερία κι αδυναμία του συστήματος αφόδευσης ν’ ανταπεξέλθει. Ζήτημα ημερών ήτανε.» Τι να κάνει η Γιώργαινα, το πήρε απόφαση πως από δω και στο εξής θα ήτανε και μάνα και πατέρας, μα είχε και μια κρυφή ελπίδα στην Παναγιά. Ευτυχώς που τα παιδιά ήταν τώρα μεγάλα. Ο μεγάλος ο Αντρέας ήτανε πια φαμελίτης, η Παναγούλα παντρεμένη κι αυτή με το Θωμά τον πρόσφυγα. Ο μικρός ο Γιάννης πήγαινε μαζί με τον  αδελφό του στη δουλειά έτσι για παρέα. Πήρε να ροδίζει το ψωμί, έβγαλε πρώτα τις κουλούρες,  γέμισε το μισοκόφινο με τα καρβέλια, μπήκε στο χειμωνιάτικο, τ’ αράδιασε στην άδεια σανίδα και πέρασε στην καμαρούλα που ξάπλωνε ο άντρας της. Η σιωπή της έκοψε τα γόνατα. Ο Γιώργος κίτρινος σαν το κερί , η αναπνοή του δεν ακουγόταν, τα σκεπάσματα δεν ανεβοκατέβαιναν μπροστά στο στέρνο του. Τον ακούμπησε στο μέτωπο, τον ένιωσε κρύο.

   «Γιώρ»! Ούρλιαξε, «Γιώρ! Παναϊα μου!» Πετάχτηκε ο μικρός απ’ το κρεβάτι αλαφιασμένος. «Τρέξε Γιάννη φώναξε την Παναγούλα μας ο πατέρας σας πέθανε»!            Δεν πέρασε μισή ώρα και μαζώχτηκαν οι συγγενείς και  όλα τα λαδικά του χωριού. Οι πιο κοντινές  στη συγγένεια και οι μοιρολογήτρες στην καμαρούλα, οι άλλες και όλοι οι άντρες  έξω στην αυλή.
   Άναψαν δυο κεριά δεξιά κι αριστερά στο προσκέφαλο του πεθαμένου κι άρχισαν οι μοιρολογήτρες το ζέσταμα, τονίζοντας  τη ματαιότητα της ζωής κι αφήνοντας πότε, πότε μακρόσυρτους αναστεναγμούς. Σε λίγο επέστρεψε κι ο Αντρέας που είχε πάει να καλέσει το γιατρό άπρακτος, γιατί ο τελευταίος έλλειπε στην Αθήνα. Δεν ήξερε τι να κάνει ο δόλιος. Τώρα έπρεπε να στείλει να φωνάξουν το γιατρό του Χιλιομοδιού, έπρεπε να στείλει ανθρώπους για να φωνάξουν τον παπά, να σκάψουν και το μνήμα…
   Πρώτη ξεκίνησε το μοιρολόι η Γιαννιά η Μηλιόραινα.

«Φωτιά να πέσει κει στην Κόρθο,

Να κάψει ούλους τους γιατρούς

Αχ, Γιωργό μ’ και τα νουσουκουμεία!

Ένα λαδικό απ’ το σόι της Γιώργαινας συνέχισε στην ίδια σκάλα

Για σήκου απάνου για να ιδείς  

Γιώργο μου την ορφάνια

Πως κλαίει η γυναίκα σου

Που σ’ είχε περηφάνια.

   Μοιρολόι με ομοιοκαταληξία δεν ήταν εύκολο να γίνει . Όλες το ζήλεψαν εκείνο το λαδικό κι ο ανταγωνισμός συνεχίστηκε σκληρός. Πέρασε έτσι κάμποση ώρα χωρίς εντυπωσιακά αποτελέσματα, ώσπου η Γιαννιά η Μηλιόρενα που τα είχε συνέχεια με τους γιατρούς την πέτυχε τη ρίμα.

Όλης της Κόρθος οι γιατροί

Να τρέχουν να μη φτάνουν

Να σφίγγονται και να βογκούν

Τίποτα να μην κάνουν.

Η άλλη Γιαννιά του Χατζή, πήρε το κομμένο και  το ’ραψε

Κει πάνου στο παράδεισο

Γιωργάκο μου σαν φτάσεις

περίμενέ τους  γιατρούς

στα μούτρα τους να κλάσεις.

   Θαρρείς κι αυτό ήταν το σύνθημα που περίμενε το έντερο το απευθυσμένο του κλινήρους για να ενεργοποιηθεί. Μια παρατεταμένη βροντή σαν προμήνυμα καταιγίδας συντάραξε την καμαρούλα, τα χαλκώματα της Μαριώς στη σανίδα ανταποκρίθηκαν μ’ ένα ηχητικό βιμπράτο, και μια οσμή κλούβιου αυγού άρχισε να διαχέεται στην κάμαρη. Ταυτόχρονα ο «πεθαμένος» αναταράχτηκε και την επόμενη στιγμή ανακάθισε κοιτάζοντας γύρω του με απορία και προσπαθώντας  να συνειδητοποιήσει το τι συνέβαινε.
   Το γυναικομάνι της κάμαρης είχε μείνει άφωνο. «Θαύμα» φώναξε κάποια ξέπνοα.   «Μαριώ! ούρλιαξε ο νεκραναστημένος. Τι γίνεται δω μωρή Μαριώ! Τι μου τις κουβάλησες εδώ τούτες τις κουρούνες»; Και αναμερίζοντας τα σκεπάσματα πετάχτηκε ορθός! «Στα τσακίδια διαόλου καρακάξες! Να πάτε να κλάψετε τους δικούς σας, εγώ θα ζήσω εκατό χρόνια » βροντοφώναξε και τράβηξε λύνοντας το βρακοζώνι του για τον απόπατο με βιάση, καθώς μια καινούρια ριπή συντόνιζε πάλι τα μεταλλικά σκεύη.
   Οι γυναίκες σκορπίστηκαν αλαφιασμένες . Οι άντρες στην αυλή είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια .
   «Έκλασε η νύφη σκόλασε ο γάμος» είπε κάποιος, καθώς οι βροντές απ’ τον απόπατο συνηγορούσαν ότι το έντερο του παρ’ ολίγον θαμμένου ζωντανού είχε ενεργοποιηθεί πλήρως.

    Το ’πε και το ’κανε ο Γιώργος ο Γκουμούτσος. Έζησε εκατό χρόνια επαληθεύοντας τη ρήση. « Ότι δεν με σκοτώνει. με κάνει πιο δυνατό».

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

Κλενιάτικες ιστορίες: Εκγύμναση γυναικών.

 Γράφει ο Ντίνος Κορδώσης,

    Έχασε την υπομονή του ο Βασίλης ο Μιχαλιός. Ήταν η τέταρτη φορά που ο Σταύρος ο Χριστέας τον ρωτούσε το ίδιο πράγμα. «Λοιπόν, τσοίνοι οι τσίγκοι ετσεί  πέρα π’ γυαλίζνε τίνους είναι. «Τ’ Χαρλέπα διάολε!» Στο ’πα  δέκα φορές»! Ξέσπασε! «Λοιπόν, λοιπόν καλά μη θυμώνεις», είπε ο γίγαντας, πήγε στο δέντρο που κρεμόταν η βαρέλα και τη στράγγισε μέχρι τελευταίας ρανίδας. «Φτου διάολε, πάλι για νερό είμαστε να πάμε! Τράβα μωρέ Στέφα να γεμίσεις, μισή βαρέλα τη φορά πίνει το θηρίο!» Είπε ο Βασίλης στον αδερφό του.

   Το να έχεις στη δούλεψή σου στο ξεχέρσωμα το Σταύρο το Χριστέα είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Το 4-5 οκάδων ξυνιάρι του έκανε χαλασμό στα πουρνάρια, αλλά το φαί του και το πιόμα του αμάν! Έναν άνθρωπο ήθελε να τον τροφοδοτεί.

   Ώσπου να επιστρέψει ο Στέφας απ’ το ρέμα με την πηγή, έφτασε και η αδερφή των παιδιών, η Τασούλα με το μεσημεριανό για τους δουλευτάδες. Φασολάδα, κρεμύδι, παστές ελιές και μισό καρβέλι ψωμί σταρένιο. Ήξερε η κυρά Μιχαλιού, πως ο Σταύρος έτρωγε σαν αρκούδα και το 'χε γεμάτο φασολάδα το τσουκάλι.

   Κάθισαν κατάχαμα να φάνε κι ο Σταύρος άρχισε πάλι να λέει την προσφιλή του ιστορία, για τότε στους βαλκανικούς πολέμους που κολλούσαν τα πόδια των μουλαριών στη λάσπη του Στρυμόνα και για να περάσουν τα κανόνια του ορειβατικού απέναντι, τα φορτωνόταν στη ράχη του και τα μετέφερε. Για τούτο ο Ταγματάρχης του Σαραντόπουλος Ιωάννης, τον πρότεινε για παράσημο και τον προβίβασε δίνοντάς του τον βαθμό του δεκανέα. Το’ χε μεγάλο καμάρι τούτο ο Σταύρος και δεν έχανε ευκαιρία να το διηγείται παντού.

   Η δεκαεξάχρονη Τασούλα που έκανε γούστο με τη διήγηση του Σταύρου σαν τέλειωσαν το μεσημεριανό κι έπιασαν πάλι δουλειά, μάζεψε το τσουκάλι και τα υπόλοιπα πράγματα και γύρισε στο χωριό.

   Εκεί στο Κορδωσαίικο αλώνι κάτω απ’ τον Άι Γιώργη κατέβηκε τ’ απόγιομα η Τασούλα για το συνηθισμένη μάζωξη των κοριτσιών. Αντάμωσε εκεί την Κωνσταντίνα του Δημητρούλια, (Παπαθανασίου) κάποιες άλλες μεγαλύτερες και τους διηγήθηκε όσο γινόταν πιο γλαφυρά με τις σχετικές μιμήσεις την ιστορία του Σταύρου, που λίγο, πολύ ήταν γνωστή στους χωριανούς. Τότε κάποια απ’ τις μεγαλύτερες είχε μια ιδέα ,που έγινε μ’ ενθουσιασμό αποδεκτή από τις υπόλοιπες και ήταν η παρακάτω.

   Θα ταχυδρομούσαν στον αδελφό κάποιας απ’ την παρέα, που ζούσε  στην Αθήνα, ένα γράμμα που θα περιείχε ένα άλλο στο εσωτερικό και την εντολή να το ταχυδρομήσει πάραυτα. Ύστερα σκορπίστηκαν στα σπίτια συγγενών και φιλενάδων ελεύθερων και παντρεμένων για να τις βάλουν στο κόλπο.

   Το γράμμα μέσα στο γράμμα που ταχυδρομήθηκε απ’ την Αθήνα είχε αποστολέα τον στρατηγόν Κύριον Σαραντόπουλον Ιωάννην Κέας 23 Αθήναι και παραλήπτη Τον  κύριον Σταύρον Χριστέα πυροβολητήν δεκανέαν Κλένιες Κορινθίας.

   Όταν ο ταχυδρόμος έδωσε την επιστολή στο Σταύρο και τον πληροφόρησε πως είναι απ’ την Αθήνα, εκείνος είπε στον ταχυδρόμο πως μπα, το γράμμα δεν ήταν για λόγου του. «Μα εδώ γράφει: Κύριον Σταύρον Χριστέαν πυροβολητήν δεκανέαν» συλλάβισε ο ταχυδρόμος.

«Ε, λοιπόν, λοιπόν, ποιος να στείλει σε μένα γράμμα; » Ξαναρώτησε ο γίγαντας.

«Αποστολεύς: Στρατηγός κύριος Σαραντόπουλος Ιωάννης».Ξανασυλλάβισε ο ταχυδρόμος.

«Ε, τον κακομοίρη με θυμήθκε! » Φώναξε ο Σταύρος μ’ ενθουσιασμό και το πρόσωπό του φωτίστηκε. Άρπαξε σχεδόν το γράμμα απ’ τα χέρια του ταχυδρόμου και ροβόλησε στον κατήφορο για το σπίτι του ιεροψάλτη, να του διαβάσει τη γραφή.

«Αγαπητέ δεκανεύ, υγείαν έχω και υγείαν ποθώ, το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς!  Έμπροσθεν των χαλεπών καιρών τους οποίους διανύομεν, με την χώραν περικυκλωμένη εχθρών πανταχόθεν και την εις τας μάχας απώλειαν μεγάλου  ποσοστού του στρατεύματος, εν Μικρά Ασία και αλλαχού, η στράτευσης των γυναικών κρίνεται αναγκαία. Ως εκ τούτου σας διατάσσω  όπως συγκεντρώσετε τας γυναίκας του χωρίου σας ηλικίας από 15 έως 35 ετών και εκγυμνάσετε ταύτας κάνοντας χρήσην των στρατιωτικών σας γνώσεων, προκειμένου να καταστούν εις επικειμένην  πολεμικήν σύρραξην έν’ αξιόμαχον τμήμα στρατεύματος. Μεριμνήσατε δια την οσονούπω εφαρμογήν της διαταγής.

Μετά τιμής Ιωάννης Σαραντόπουλος αντιστράτηγος.»

«‘Ορε τι σουνούπω και κουνούπω; Εγώ ξέρω: Προσχή! Αναύς! Κλίνατπαρί! Κλίνατεπιδέξ! Παρουσιαστάρμ! Παραποδάρμ! Λοιπόν , λοιπόν, να με παρ’ ο διάολος αν κατάλαβα τι λέει τούτος!»

   Ο Ιεροψάλτης ξαναδιάβασε το κείμενο απορημένος. Άντε σκέφτηκε να πούμε πως είναι δυνατή  μια μελλοντική στράτευση των γυναικών. Τη στην οργή το Σταύρο, έναν παλαβό άνθρωπο θα επέλεγαν για εκπαιδευτή; Η ιστορία μύριζε φάρσα, ωστόσο το γράμμα σύμφωνα με τις σφραγίδες είχε όντως ταχυδρομηθεί απ’ την Αθήνα. Εξήγησε λοιπόν στο Σταύρο με απλά Κλενιάτικα τι ακριβώς του έγραφε ο στρατηγός κι ο Σταύρος φούσκωσε σαν Διάνος. Τώρα θα τους έδειχνε ποιος ήταν ο Σταύρος. Τώρα θα βλέπανε κάτι ξιπασμένες σουσουράδες  που αυτός τους έστειλε προξενιά και κείνες καμαρώνανε!

   Την άλλη μέρα Κυριακή σαν απόλυσε η εκκλησιά όχι μόνο δεν έφυγαν οι εκκλησιασθέντες εκτός από μια, δυο γριές, αλλά συνέρρευσε και πλήθος απ’ τα καφενεία και τα γύρω σπίτια, γιατί είχε μαθευτεί το νέο, πως ο Σταύρος είχε αναλάβει να κάνει γυμνάσια στις κοπέλες του χωριού και δεν ήθελαν να χάσουν το πανηγύρι. Εκείνες οι σουσουράδες μπήκαν στη γραμμή και περίμεναν να γελάσουν με το Σταύρο, όπως και οι δικοί τους βέβαια που ήξεραν για τη φάρσα. Ο Σταύρος πήρε στα χέρια μια βέργα από λυγαριά και ύφος στρατάρχη κι άρχισε τα παραγγέλματα.

   «Στιχθείται ανά τρεις.» Με χαχανητά οι γυναίκες έκαναν ένα μπουλούκι.

   «Λοιπόν, λοιπόν, είπα ανά τρεις διαόλ’ καρακάξες!» όρμησε στο μπουλούκι και τις έβαλε σε τριάδες σπρώχνοντας τη μια και τραβώντας την άλλη.

   «Εμπρός μαρς! Ένα δυο! Μα που να πάνε με βήμα εκείνες που κόντευαν να κατουρηθούν απ’ τα γέλια. Τις σταμάτησε ο εκπαιδευτής να ξαναστιχιθούν και ξεκίνησαν πάλι. Αυτή τη φορά κάτι έγινε. Μια παχουλή όμως που ο Σταύρος τη νοστιμευότανε κάποτε και της είχε στείλει και προξενήτρα, αλλά εκείνη προτίμησε άλλον, τον κοντοστούπη το Σπύρο το Φατούρο ,δεν το πήγαινε το βήμα. Άλλαχτο! Της είπε αυστηρά ο Σταύρος, όμως  εκείνη το χαβά της. «Ρε άλλαχτο είπα διαόλου βουβάλω! Το Σταύρο το λεβέντη δεν τον ήθελες, πήγες και πήρες το Φούσκα!»  Ε, αυτό ήτανε, μια δυο έπεσαν κάτω απ’ τα γέλια, πέσανε άλλες δυο τρεις πάνω τους , άρχισαν και οι απ’ έξω να γελάνε και να σφυρίζουν, πανδαιμόνιο! Ποιος ν’ άκουγε τώρα τα «ανασυνταχτείτε» του Σταύρου που κυνηγούσε τις κοπέλες κραδαίνοντας τη βίτσα.

   Έγινε λοιπόν λύση των ζυγών, οι κοπέλες σκορπίστηκαν και χάθηκαν στο πλήθος κι ο εκπαιδευτής έμεινε να συλλογιέται, πως δεν τα κατάφερε να σταθεί άξιος της εμπιστοσύνης του στρατηγού. Ύστερα σκέφτηκε πως για χάρη των γυμνασίων  είχε κλείσει μέσα τα πρόβατα, και κίνησε σιγά , σιγά με βαριά καρδιά για τη μάντρα. Τέτοιες στιγμές απογοήτευσης έκανε μαύρες σκέψεις, πως να, όλοι θα πεθάνουν μια μέρα, όπως πέθανε ο Μίγκος (το μουλάρι)του Μιχάλου, όπως πέθανε η μούλα η δική του. Όσο για τις γυναίκες; Μήπως φελάνε για τίποτα. Η δικιά του η Αλέξω πάντως, που ήτανε για κανένα χρόνο ζευγάρι, πριν τον εγκαταλείψει, το μόνο που κατάφερνε ήτανε  να του χέζει το κόριασμα.  «Ρε άειστε  στο διάολο καρακάξες που θέλετε και γυμνάσια», μούγκρισε καθώς έπιασε το ρέμα πίσω απ’ τα Μαυραγανέικα κι ανηφόρησε προς τα Μαρδικέεικα χτυπώντας με τη βίτσα τους θάμνους δεξιά κι αριστερά.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2022

Κλενιάτικες ιστορίες : Ο Οδοντογιατρός.

 Γράφει ο Γιώργος Δελής,

   Πέταξε με μία γκριμάτσα θυμωμένος στο τραπέζι μπροστά του το  μισάδειο μπουκάλι με το ούζο. Αυτό κύλισε και πριν προλάβει να πέσει κάτω το ξαναάρπαξε. Δεν σκέφθηκε το υπόλοιπο ούζο που θα χανόταν, αλλά που θα τους ξυπνούσε όλους ο θόρυβος του σπασίματος του γυάλινου μπουκαλιού. Ψιθύρισε κάτι αλλόκοτα μέσα από τα δόντια του και έγειρε πιο αναπαυτικά στην ψάθινη καρέκλα. Ο γάτος του, ο Φρίξος, γουργούρισε στα πόδια του και αφού δεν του έδωσε σημασία πήγε και άραξε κάτω από το τραπέζι. Ο Μάης είχε μπει για τα καλά. Όλα είχαν πρασινίσει. Απόψε έριξε και μια καλή μπόρα. Σήμερα, από το πρωί, μια ψιλοσυννεφιά ταίριαξε με την διάθεσή του και δεν βοήθαγε το κέφι του.

   Ο Αριστείδης Δήμας (1898-1994), εβδομηντάρης πια,είχε σηκωθεί πρωί-πρωί και καθόταν στο χαγιάτι. Άυπνος δεν άντεχε τον πονόδοντο που είχε αρχίσει επιδεινώνεται εδώ και δυο-τρεις μέρες. Στην αρχή το πήρε αψήφιστα. Πριν λίγο καιρό τον είχε ενοχλήσει ξανά αλλά με κάνα δυό γουλιές ούζο το είχε ξεπεράσει. Τώρα τα πράγματα δυσκόλεψαν. Ο πόνος επανερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι. Ειδικά απόψε, πέρασε την βραδιά άυπνος και υποφέροντας. Το ούζο αποδείχθηκε πλέον ανίκανο να προσφέρει βοήθεια.
  Αισθάνθηκε νικημένος αυτός που πριν από μισό αιώνα, παλικαράκι τότε, έδωσε μάχες στη Μικρά Ασία νικηφόρες και επέστρεψε μόνο, όταν οι μεγάλες δυνάμεις αποφάσισαν να αποσυρθούν τα στρατεύματα από τα βάθη της Μικράς Ασίας με την γνωστή καταστροφή, και τώρα να τον είχε βγάλει  νοκ άουτ ένα δόντι;  Αμ το 40 όταν ο πόλεμος φαινόταν  να τελειώνει που τάβαλε με ένα γερμανικό Heinkel της Luftwaffe!!! Ιστορία που έχουν να λένε οι Κλενιάτες. Ο Αριστείδης βρισκόταν πιο πάνω από το σπίτι του στην «Πλάκα». Δυό - τρείς  γυναίκες έπλεναν στις γούρνες της βρύσης της«Πλάκας»  και κάτι πιτσιρίκια παίζανε. Ο Χρήστος ο Μερκούρης, που έμενε πιο πέρα, είχε δέσει το μουλάρι του και ένα γαιδούρι δίπλα σε κάτι γκορτσιές. Κάπου κάπου περνούσαν τα γερμανικά αεροπλάνα. Τρομαγμένη η Γιωργίτσα η Μπουρδούλιενα έκανε το σταυρό της και παρακάλαγε τον Άγιο Γεώργιο να τις σώσει. “Χρήσταινα”  φώναζε την γυναίκα του Μερκούρη “ έλα πάρτα τα ζα γιατί κουνάνε την ουρά τους και  θα μας δούνε οι γερμανοί και θα μας σκοτώσουνε”. Άλλο ένα καταδρομικό φάνηκε  από τη μεριά του «Ξερόκαμπου. Τσαντίστηκε ο Αριστείδης. Ξεστόμισε μια βλαστήμια. “ το ……σου τι θέλεις εδώ πέρα στο χωριό μας”.  Σήκωσε μια αραβίδα που είχε και με το που έφτασε από πάνω του, τού την άναψε. Ο πιλότος κάτι μυρίστηκε. Είδε  μία μικρή λάμψη κάτω στον πλάτανο. Έφτασε, πήρε στροφή πάνω από το Χιλιομόδι και γύρισε προς το χωριό. Έκανε ένα γύρο δεν είδε ύποπτες κινήσεις. Παρ΄όλα αυτά αμόλησε δυό βόμβες, που σκάσανε πιο πέρα στο βράχο του Μπινιάρη κα  συνέχισε την πορεία του. Θες από κακό υπολογισμό, θες από την βιασύνη του να συνεχίσει, η «Πλάκα» την γλύτωσε. Ο Αριστείδης μουρμούρισε “Γαμ@ τα καντήλια σου… δεν σε πέτυχα να σε ρίξω χάμου”. Οι γυναίκες πανικοβλήθηκαν. Τάβαλαν με τον Αριστείδη. “Τι διάλο κάνεις ρε αθεόφοβε; Σταμάτα θα μας σκοτώσει ο γερμαναράς.” Δεν μίλησε. Κατέπνιξε το θυμό του. Η κατοχή του είχε κοστίσει! 
  Βέβαια για να είμαστε ειλικρινείς είχε αψηφήσει και τον πονόδοντο. Ήθελε να περάσει και το Πάσχα, όπως και το πέρασε μια χαρά, μαζί με όλο του το σόι. Μετά θα φρόντιζε. Η κατάσταση όμως επιδεινώθηκε και μάλλον απότομα.
  Τώρα ο γέρο-Αριστείδης το πήρε απόφαση. Δεν πήγαινε άλλο. Θα κατέβαινε στην Κόρινθο στον οδοντογιατρό που είχε πάει πέρσι και που είχε σφραγίσει κάποιο δόντι δίπλα σ’ αυτό που τον πονούσε.
  Τασιά” φώναξε τη γυναίκα του,
  Nα σου φτιάξω καφέ Αρίστο μου του αποκρίθηκε, μέσα από την κάμαρη. Είχε σηκωθεί και αυτή στενοχωρημένη που τον έβλεπε έτσι. Όταν την φώναζε με το όνομά της τότε καταλάβαινε πόσο την αγάπαγε και πως τα χρόνια που πέρασαν μαζί τους είχαν δέσει. Αλλά όταν θύμωνε για κάτι, άλλαζε και η προσφώνηση απεναντί της. “Γριά ετούτο….γριά εκείνο” και ούτω καθεξής. Και καμιά φορά όταν του παραπονιόταν ότι δεν την φρόντιζε ή δεν την πρόσεχε για κάποιο θέμα, η απάντησή του ήταν μονότονη “Αδικήθηκες γριά!!!”.
 Λίγες φορές. Μικροκαυγάδες. Αλλά έδειχνε και ποιος είναι το αφεντικό. Λιγόλογος δεν ήθελε αντιρρήσεις. Αλλά και αυτή δεν του χαριζόταν. Καταγόταν από το «Φιλιέικο» και άμα θύμωνε “Αρέστο” τον ανέβαζε “Αρέστο”  τον κατέβαζε.
  “Όχι δεν μπορώ, φέρε να βάλω ένα καθαρό ρούχο να πάω στην Κόρθο στο γιατρό”.
  Έβαλε το καλοσιδερωμένο πουκάμισο, ντύθηκε πήρε την τραγιάσκα και το πρωινό λεωφορείο του ΚΤΕΛ για την Κόρινθο και νάσου τον στο μικρό σαλονάκι του οδοντιάτρου.
   Μιά άλλη κυρία απέναντί του αμίλητη και αυτή ταλαιπωρημένη περίμενε τη σειρά της. Προηγείτο. Μέχρι να τελειώσει το ραντεβού της ο Αριστείδης έσφιγγε τα δόντια του με κλειστά τα μάτια.Τα λεπτά που περνούσαν του φαινόταν αιώνας.
Επιτέλους ο γιατρός τελείωσε με την κυρία και τον φώναξε.
  “Για έλα μπάρμπα Αριστείδη να δούμε τι  συμβαίνει”.
Ξάπλωσε στην καρέκλα. Ο γιατρός τον έφερε στο επίπεδο του άναψε τον προβολέα φόρεσε κάτι χοντρά γυαλιά και άρχισε με τα εργαλεία του την εξέταση.
 Η διάγνωση δεν άργησε να έρθει.
 Μπάρμπα-Αριστείδη έχει γίνει ζημιά, το δόντι δεν σώζεται. Έπρεπε να είχες έρθει με τους πρώτους πόνους από καιρό για να το είχαμε σφραγίσει και αυτό. Τώρα πρέπει να το βγάλουμε για να σταματήσει ο πόνος και να μην έχουμε άλλες επιπλοκές”.
   Συμβιβάστηκε. Δεν μπορούσε άλλωστε να κάνει και αλλιώς.
 Προχώρα του απάντησε όπως πάντα λιγομίλητος
 Έτσι σε λίγη ώρα ο Αριστείδης βρέθηκε με ένα δόντι λιγότερο.
  “Τελειώσαμε του είπε ο γιατρός και του έδωσε ένα παυσίπονο για να ηρεμήσει από την ταλαιπωρία.
Σηκώθηκε ταλαιπωρημένος και πήρε την τραγιάσκα του.
 “Τι σου χρωστάω γιατρέ ρώτησε.
Ο γιατρός του είπε ένα ποσό.
Υπερβολικό του φάνηκε. Αλλά και την όποια διαφωνία την έκρινε μάταιη. Την είχε φιλοσοφήσει την ζωή. Πάντα ακριβοδίκαιος, λιγόλογος, με σταράτες κουβέντες.
  “Γιατρέ κάθεσαι στην καρέκλα να σου τα βγάλω όλα δωρεάν του απάντησε.
 Γέλασε ο γιατρός.
  “Την επόμενη φορά μπάρμπα-Αριστείδη δεν θα χρησιμοποιήσουμε αναισθητικό και θα σου έρθει φθηνότερα. Αλλά καλλίτερα νάρχεσαι πιο τακτικά, να προλαβαίνουμε τα χειρότερα”.
 Γέλασε και ο Αριστείδης.
 Το πλήρωσε, τον ευχαρίστησε και βγήκε στο δρόμο.
 Ο ουρανός είχε καθαρίσει και ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά. Μια αλμύρα με το αεράκι που ερχόταν από την θάλασσα του τόνωσε το ηθικό και το κέφι. Χαλαρά τράβηξε για το ΚΤΕΛ για να επιστρέψει στο κονάκι του.

Τον πυρήνα της ιστορίας μου τον διηγήθηκε η κόρη του Αγγελική Δ. Τσάκωνα .Ο Αριστείδης Δήμας ήτανε  ο παππούς μου από την μητέρα μου Αικατερίνη Δελή αδελφή της Αγγελικής.

Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021

Κλενιάτικες Ιστορίες : Ο Αγροφύλαξ.

 Γράφει ο Γιώργος Δελής,

    Σύμφωνα με το νόμο... τάδε, άρθρο... τάδε, παράγραφος,,, τάδε, καλείστε την τάδε του μηνός Νοεμβρίου προς απολογία στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου, κατηγορούμενος, διότι κτλ. κτλ.

   Σεπτέμβριος, τέλος καλοκαιριού 1950. Ο ήλιος είχε ανέβει ένα καλάμι ψηλά. Ο Αριστείδης Δήμας (1898-1994), πίνοντας τον καφέ του στην αυλή κάτω από την μουριά,  κοίταξε με βλέμμα σκυθρωπό για άλλη μία φορά, το επίσημο έγγραφο με την στρογγυλή σφραγίδα του κράτους και την καλλιτεχνική  υπογραφή κάτω από το α. α. Tο δίπλωσε με προσοχή και το ξαναέβαλε στον φάκελο που είχε και αυτό τη σφραγίδα του. Του το είχε  φέρει πρωί-πρωί, ο φίλος του και συμπατριώτης, ο Μήτσος ο χωροφύλακας, που υπηρετούσε στο Σταθμό Χωροφυλακής Χιλιομοδίου. Βέβαια για να είμαστε ειλικρινείς παλιά τον είχε προειδοποιήσει. 

   “Αρίστο πρόσεχε, επειδή είσαι καλός στη δουλειά σου κάποιοι δεν σε καλοβλέπουν και περιμένουν καμιά στραβοτιμονιά για να σε τυλίξουν σε μία κόλλα χαρτί”.

Τώρα κατάλαβε. Ο άλλος συμπατριώτης του, ο δικαστικός κλητήρας που ήταν και ολίγον δικομανής βρήκε την ευκαιρία και τον τρέχει με μια μήνυση που του έκανε ο Χιλιομοδιότης ο κύριος Μεζίνης, με το παρατσούκλι  Μαρκής ντε!.

 Σαν πρώτη αντίδραση του ήρθε “να κατεβάσει μερικά καντήλια” αλλά σαν ψύχραιμος άνθρωπος που ήταν συγκρατήθηκε. Η γυναίκα του βλέποντά τον σκεφτικό προσπάθησε να πιάσει κουβέντα.

   “Τι είχε ο φάκελος Αρίστο μου;”  ρώτησε.

   “ Δουλειά σου εσύ” της τόκοψε.

Περαιτέρω η συζήτηση δεν είχε περιθώρια εξέλιξης. Χρόνια παντρεμένοι ήξερε τα χούγια του, οπότε μαζεύτηκε μέσα να προχωρήσει το φαγητό που ετοίμαζε.

Ο Αριστείδης  ήρεμος έβγαλε το σακουλάκι με τον ψιλοκομμένο καπνό, που τον έκοβε φρέσκο κάθε δυό-τρεις μέρες, έστριψε ένα ακόμη τσιγάρο και τελείωσε τον καφέ του.

 “Τασιά “ φώναξε τώρα την γυναίκα του την Αναστασία “Φέρε μου το καπέλο”.

 Γρήγορα η γυναίκα του πήγε το πηλίκιο.

Ο Αριστείδης εδώ και χρόνια ήταν αγροφύλακας, δραγάτης, που λέγανε στο χωριό. Η Κλένια μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε τέσσερις δραγάτες. Η Κοινότητα του χωριού χώριζε σε τέσσερις περιφέρειες τα χωράφια και τα βοσκοτόπια που βρίσκονταν στα όριά της  και ανήκαν στους κατοίκους της. Ανατολικά από τον “Βατιά” και τον “Κοκαλά”,μέχρι  Δυτικά στο “Σαρντάμι” και το “Καβουρόρεμα» στα όρια με τον «Άγιο Βασίλειο». Βόρεια από το “Παλιοσχολείο” και τα όρια με «Χιλιομόδι» μέχρι Νότια την “Απαγορευμένη” στην “Νυφίτσα” και τον “Γκαλγκούνη”. Αυτός είχε συνήθως τη δεύτερη περιφέρεια με κέντρο την Πειστρατού. Κάθε χρόνο οι δραγάτες συνήθως άλλαζαν για να έχουν κι άλλοι συγχωριανοί  δουλειά αλλά πάλι οι προηγούμενοι επανέρχονταν. Έτσι και ο Αριστείδης για αρκετά χρόνια με διακοπές ενδιάμεσα  δούλευε σαν δραγάτης  στην Δεύτερη περιφέρεια. Αλλά ήταν και χρονιές που είχε την Πρώτη περιφέρεια με κέντρο τον “Ξερόκαμπο”. Ανάλογα την κλήρωση, γιατί με κλήρωση οριζόντουσαν. Ήταν και χρονιές που δούλευε δραγάτης και στην διπλανή κοινότητα του Αγίου Βασιλείου. Και τον βόλευε, γιατί τα περισσότερα χωράφια του ήταν κοντά στα όρια και ήξερε τα κατατόπια.

   Η δουλειά του ήταν να προσέχει τα κτήματα για διάφορες ζημιές από ζώα και τα αφύλαχτα κοπάδια. Ακόμα να μην γινόντουσαν  κλεψιές προϊόντων στα χωράφια  ή κλοπές ζώων που ήταν σύνηθες φαινόμενο. Δεν ήταν και εύκολη δουλειά. Τα χωράφια πολλά. Η έκταση μεγάλη. Δεν μπορούσες να την ελέγξεις με μια ματιά. Τα γιδοπρόβατα που έβοσκαν ουκ ολίγα. Κάθε εποχή είχε και τα προβλήματά της. Την άνοιξη προς το καλοκαίρι τα ζαρζαβατικά, το θέρος τα σπαρτά, αργότερα τα αμπέλια και ο τρύγος, όλο το χρόνο οι ελιές κτλ. Την εποχή του τρύγου ειδικά πρόσεχε να μην μπαίνουν τα σκυλιά στα αμπέλια και κατέστρεφαν τα σταφύλια και προειδοποιούσε όσους τα άφηναν ελεύθερα, ποιο θα ήταν το τέλος τους, “θα πάει σαν το σκυλί στ΄αμπέλι” τους έλεγε. Γνώριζε τον νοικοκύρη του κάθε χωραφιού και κάθε κοπαδιού. Που ήταν σπαρμένα και που χέρσα. Ποιανού κοπαδιού  ήταν τα τροκάνια που ακούγονταν και ποιανού ήταν το σκυλί που γάβγιζε μακριά. Ποιός είχε περιβόλια και πού.Τους ζημιάρηδες και τους ζευζέκηδες τους ήξερε και έτσι είχε το νου του εκεί που έπρεπε. Μεσολαβούσε και έλυνε ειρηνικά τις διαφορές των συγχωριανών του για ζημιές ,όρια χωραφιών, αποζημιώσεις κτλ.

  Οι Αγροφύλακες ορκιζόντουσαν για την πιστή τήρηση των νόμων και οδηγιών. Έπρεπε να επιτηρούν όλη μέρα και καμιά φορά τη νύχτα για κλοπές, για βόσκηση σε ξένα χωράφια και να προλάβουν όποιες παρανομίες μπορεί να συνέβαιναν. Ακόμα ενημέρωναν για ασθένειες που εμφανιζόντουσαν στα φυτά ή τυχόν επιδρομές ακρίδων για μεριμνήσει ο Πρόεδρος να καλέσει προσωπική εργασία για την εξολόθρευσή τους. Δεν γνώριζαν ζέστη και κρύο. Ήταν παντός καιρού επί ποδός. Μοναδικό τους  όπλο η σφυρίχτρα που σηματοδοτούσε την παρουσία τους και απέτρεπε τους επίδοξους παραβάτες και το πηλήκιο με το εθνόσημο. Δεν υπήρχαν αργίες και διακοπές. Αν δεν έβρισκαν τον ζημιάρη ο νόμος ήταν αυστηρός. Πλήρωναν τη ζημιά από την τσέπη τους. Και να πεις ότι έπαιρναν και καμιά μεγάλη αμοιβή. Η Κοινότητα έβαζε ένα μικρό φόρο στις σοδειές των κατοίκων για την αμοιβή τους, που μπορεί να ήταν και σε είδος. Αλλά και οι συγχωριανοί τους πολλές φορές, όταν ήσαν ευχαριστημένοι, έδιναν μόνοι τους το κάτι τις από την παραγωγή τους, καμιά μυζήθρα, φρούτα κτλ.  Οι Αγροφύλακες ήταν όργανα σεβαστά γιατί προστάτευαν του αγρότες και τους κτηνοτρόφους όλο το χρόνο.


  Ο Αριστείδης φόρεσε το πηλίκιο και ξεκίνησε με το μουλάρι του να πάει όπως κάθε μέρα στο παρατηρητήριο της περιοχής του και να κάνει και την βόλτα στην περιοχή του για έλεγχο. Μαζί πήρε στην πλάτη και το δίκαννο. Από τους πιο καλούς κυνηγούς του χωριού. Γνώστης των μυστικών του κυνηγιού ,των περασμάτων και των κυνηγοτόπων.

Σημάδι από τους λίγους, γιατί το μονόκαννο ή το δίκαννο δεν σου άφηνε περιθώρια. Ή περίμενε σε ενέδρα ή ήταν σε κίνηση, μια, δυό βολές και ότι έπιανες. Μετά έπρεπε να ξαναγεμίσεις και το θήραμα δεν περίμενε. Όλο και καμιά αλεπού, κανένα κουνάβι θα εύρισκε που  η γούνα τους θα έπιανε κάποια χρήματα πουλώντας την αργότερα. Ένα συμπλήρωμα στο εισόδημα. Επιτυχία ήταν και κανένας λαγός που μαγείρευε στιφάδο η γυναίκα του και πρόσφερε αλλαγή στις συνηθισμένες τροφές.

  Πρώτα θα πέρναγε από το Σαρντάμι. Εκεί ήταν τα περισσότερα χωράφια του. Σε ένα χαμόσπιτο που είχε, έμεναν συνήθως κάποιες βραδιές τα δυό παιδιά του ο Κώστας κι ο Μήτσος που φρόντιζαν τα χωράφια και κάτι γαλόπουλα που έθρεφαν το καλοκαίρι για να τα πουλήσουν αργότερα. Θα έλεγχε την κατάσταση και θα έδινε οδηγίες. Σήμερα θα έπαιρνε και ένα από τα δυό σκυλιά του. Την Σπίθα και τον Κουτσαβίνη. Φοβερά κυνηγόσκυλα. Βοηθοί  του στο κυνήγι. Εκπαιδευμένα για όλα τα θηράματα.

............................

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2021

Κλενιάτικες ιστορίες : Τα μπάνια του Κολιού.

 Γράφει ο Ντίνος Κορδώσης,

    Τα δραματικά χρόνια της επανάστασης του 1821 ακολούθησαν τα σκληρά μεταεπαναστατικά χρόνια. Ακόμα και οι πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα ήταν για την Ελλάδα και τους Έλληνες χρόνια πολέμων, δοκιμασιών και σκληρής ζωής. Η επιβίωση ήταν δύσκολη, λιγοστά τα αγαθά, και η θνησιμότητα μεγάλη. Τούτες οι συνθήκες έκαναν τους Έλληνες σκληρούς με τον εαυτό τους και το συνάνθρωπο. Διασκέδαζαν με χορούς και τραγούδια στους γάμους και στα πανηγύρια, διασκέδαζαν όμως και με φάρσες. Φάρσες που πολλές φορές είχαν μεγάλο κόστος για το θύμα τους. Τα φοβερά αυτά αστεία δεν ήταν καθόλου σπάνιο να είχαν σαν θύμα τους ανθρώπους με κάποιο φυσικό ελάττωμα. Τέτοιοι ήταν συνήθως εκείνοι που οι άλλοι τους θεωρούσαν μειωμένης νοημοσύνης, αλλά και άνθρωποι που είχαν κάποια άλλου είδους αναπηρία. Σήμερα φαίνεται απάνθρωπο να λοιδορείς έναν ανάπηρο. Τότε όμως ήταν κάτι συνηθισμένο, μπροστά απ’ το βαφτιστικό ενός αναπήρου να προτάσσεται σαν πρώτο συνθετικό η αναπηρία του (Κουτσοτάσης, Στραβογιαννιά, Κουφοπαναναής) . Ο Έλληνας της εποχής εκείνης ποτέ δεν θα σκέπτονταν να μην πληγώσει τον συνάνθρωπό του, θυμίζοντάς του την αναπηρία του, ή ακόμα διασκεδάζοντας μ’ αυτήν. Πολύ περισσότερο όταν βρισκόταν σε κατάσταση μέθης και στην Κλένια την εποχή που ακολούθησε το τέλος των βαλκανικών πολέμων και ύστερα της Μικρασιατικής εκστρατείας, οι παρέες ανθρώπων που έπιναν  και βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση για συνεχή  μερόνυχτα δεν ήταν λίγες. Σε μια απ’ αυτές τις παρέες ανήκε κι ο  Νικόλας  Παναγής ή «Κολιός» που είναι και ο ήρωας της επόμενης ιστορίας που βασίστηκε  σε διήγηση του Μιχαήλ Στεφάνου Κορδώση (Μιχαλιού) στον γράφοντα εγγονό του

   Ο Κολιός γεννήθηκε μ’ ελαττωματική όραση. Άργησε βέβαια να το αντιληφθεί, όμως  ποτέ δεν παραδέχτηκε τη μερική έστω αναπηρία του. Τούτο έκανε τους άλλους της κρασοπαρέας να οργίζονται μαζί του και τις σβερκιές να πέφτουν βροχή όταν πηγαίνοντας να ρίξει κρασί απ’ τη μπουκάλα στις κούπες έχυνε το μισό στο τραπέζι. «Σου ’παμε ρε στραβούλιακα να μη βάζεις εσύ κρασί!» Ήταν η συνηθισμένη ατάκα που άκουγε τότε. «Εγώ φταίω ή εσείς που δεν πίνετε και είναι οι κούπες σας γεμάτες;» δικαιολογιόταν εκείνος.

   Η κρασοπαρέα κόμπαζε πως δεν υπήρχε βαγένι στο χωριό που να μην το είχε δοκιμάσει. Είχαν γίνει ειδήμονες στην ποιότητα του κρασιού. Ξέρανε ποια απ’ τα  βαγένια στο χωριό είχαν το καλύτερο κρασί και σε ποια είχε αρχίσει να « παίρνει βάγια» ή να γίνεται «Γιάννης». Οι τελευταίες  ήταν οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσαν όταν ήθελαν να δηλώσουν ότι το κρασί είχε αρχίσει να ξιδιάζει.  Οι κρασοσυνάξεις το χειμώνα  γίνονταν στα σπίτια των οποίων  το κρασί που είχαν τα βαγένια τους συγκαταλέγονταν στα καλύτερα  του χωριού, αλλά το καλοκαίρι τα κυρίως στέκια τους ήταν της Παναγιάς τ’ αλώνι και η νερομάνα της Πλάκας. Το γλέντι κρατούσε μερόνυχτα και κάποιες φορές έκλεινε και η εβδομάδα συμπεριλαμβανομένου του διαστήματος ανανήψεως εκ της μέθης. Χρήστος Καλαράς (γιος του κάποτε δημάρχου Νικολάου Καλαρά), Κώστας Δήμας, (Σκλαβούνος), Μιχάλης Κορδώσης  (Μιχαλιός), Χρήστος Μερκούρης και Νικόλας Παναγής (Κολιός) ήταν τα μόνιμα μέλη της παρέας.

   Η φυσική αδυναμία στην όραση του Κολιού, είχε συντελέσει ώστε ν’ αναπτύξει την αίσθηση της αφής σε μεγάλο βαθμό, σε σύγκριση με έναν άνθρωπο φυσιολογικής όρασης. Τις θεοσκότεινες λοιπόν νύχτες ο Κολιός αποτελούσε τον οδηγό της μεθυσμένης κρασοαγέλης. Όταν οι άλλοι «δεν έβλεπαν τη μύτη τους» μέσα στο πηχτό σκοτάδι, ο Κολιός μπορούσε ψηλαφώντας τους τοίχους  να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή ακριβώς το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Έτσι λοιπόν τοίχο-τοίχο οδηγούσε τους μεθυσμένους συντρόφους με ασφάλεια κι έπαιρνε τη ρεβάνς από κείνους που τον αποκαλούσαν «στραβούλιακα».

   Αυτή η «τοίχο -τοίχο» μέθοδος καθορισμού της πορείας μέσα στη θεοσκότεινη νύχτα, έδωσε λίγο πριν τα Χριστούγεννα στους άλλους την ιδέα να κάνουν την «πλάκα» στο δύστυχο  Κολιό.

   Έφτασε η πρωτοχρονιά  και η παρέα είχε πάρει από νωρίς τους Βασίληδες αράδα. Πιες εδώ και πιες εκεί, κατέληξαν να είναι τύφλα, να κατουράνε τις μάντρες, να σκουντουφλάνε στις πέτρες και στα πεζούλια καθώς πήγαιναν «σε φάλαγγα κατ’ άνδρα» ακολουθώντας τον οδηγό τους τον Κολιό απ’ το ένα σπίτι στο άλλο. Τσαλαβουτώντας στις λακκούβες, βάδιζαν τρεκλίζοντας και τραγουδώντας   μέσα στο κρύο, το ψιλό χιονόβροχο και την καταχνιά.

   «Που είμαστε μωρέ Κολιό;» Ρώτησε ο Κώστας κάποια στιγμή τον οδηγό. Που να είμαστε; Να, αφήσαμε τα Σκουπαίικα και τώρα περνάμε απ’ την αυλόπορτα του Λυμπέριου (του Φίλιου), απάντησε εκείνος καθώς τα χέρια του ψηλαφούσαν το ξύλο της αυλόπορτας. Ήξερε καλά τον τόπο ο Κολιός. Ήξερε πως σε κάμποσες ακόμα πήχες  θα περνούσαν απ’ τον Κορδωσαίικο λινό που είχε στο δρόμο τη λακκούβα που έμπαινε το λεβέτι για το μούστο. Η λακκούβα εκείνη δεν είχε πάνω από έναν πήχη βάθος και τη σκέπαζαν αφού τέλειωναν οι μουστιές με καπάκι από χοντρά σανίδια. Εκείνο που δεν ήξερε ο Κολιός ήταν ότι από  βραδύς οι άλλοι της παρέας είχαν βαθύνει το λάκκο ένα μπόι και βάλε, τον είχαν γεμίσει με νερό και τον είχαν αφήσει ξεσκέπαστο. 

   Ένα αχ! Έβγαλε ο οδηγός καθώς ένιωσε να τον καταπίνει ο λάκκος. Βούλιαξε ολόκληρος στο βρωμόνερο μέχρι που έπιασε πάτο και λάχτισε γερά τη γη για ν’ ανέβει στην επιφάνεια καταπίνοντας και κάμποση λάσπη. Οι άλλοι κάγχαζαν διασκεδάζοντας με τη συμφορά του. Ο Κολιός βγήκε στην επιφάνεια, πήρε βαθειά ανάσα βήχοντας, προσπάθησε να πιαστεί απ’ το λασπωμένο στόμιο του λάκκου, μα τα χέρια του γλίστρησαν και ξαναβυθίστηκε αφήνοντας μπουρμπουλήθρες. Οι μεθυσμένοι άρχισαν ν’ αντιλαμβάνονται, πως ο άνθρωπος θα πνιγόταν και το αστείο θα κατέληγε σε συμφορά. Όμως το σκοτάδι δεν τους επέτρεψε να δουν το σύντροφό τους, όταν εκείνος αναδύθηκε για δεύτερη και ύστερα τρίτη και στερνή φορά. Τότε ο Χρήστος ο Καλλαράς  άρπαξε το Μιχαλιό απ’ τα πόδια κι εκείνος βούτηξε κατωκέφαλα μέχρι τη μέση του στο λάκκο κι άρπαξε τον Κολιό απ’ το σακάκι. Ο Μιχαλιός τραβούσε τον Κολιό, Ο Χρήστος το Μιχαλιό, και οι υπόλοιποι το Χρήστο. Έτσι κατάφεραν να βγάλουν τον έρμο Κολιό μισοπεθαμένο να τουρτουρίζει, να βήχει και να ξερνάει μπουστούρα. 

.............................

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

Κλενιάτικες Ιστορίες :Το Σαντούρι.

 

Γράφουν : Γιώργος & Τέλης Δελής.

  Ο Μανωλάκης ήπιε τον καφέ του και ξανάπιασε την φλογέρα του. Εδώ και μήνες πάλευε να μάθει να παίζει κάτι τραγούδια που άκουγε να παίζουν οι φίλοι του στις κομπανίες του χωριού. Ραδιόφωνο δεν υπήρχε. Ότι έπιανε τ’ αυτί του. Την φλογέρα την είχε φτιάξει μόνος του από ένα χοντρό καλάμι. Τότε οι φλογέρες ήταν αυτοσχέδιες δεν υπήρχαν βιομηχανοποιημένες όπως δεν υπήρχαν και λεφτά για να αγοράσεις αν έβρισκες. Το παίξιμο όμως αποδείχθηκε κομμάτι δύσκολο. Θέλει ευλυγισία στα δάχτυλα σε συνδυασμό με ένα ελαφρό τεχνικό φύσημα. Θέλει ρύθμιση της αναπνοής και φυσικά μουσικό αυτί. Πολλά χαρακτηριστικά μαζεμένα και ο Μανωλάκης δεν είχε τέτοιες δυνατότητες. Μπορεί να μην είχε και ταλέντο. Είδε και απόειδε και στο τέλος τα παράτησε. “Θα ασχοληθώ  με άλλο όργανο” κατέληξε “πιο εύκολο, ας πούμε νταβούλι”. Δεν τον ενθουσίασε και πολύ. Στο χωριό σκέφτηκε οι συνομήλικοί του και λίγο μεγαλύτεροι έπαιζαν κλαρίνο, βιολί, κιθάρα, λαούτο. Πιο «μουσικά» όργανα. Δύσκολα όργανα όμως όλα. Ξαφνικά το μυαλό του πήρε στροφές, φωτίστηκε. Ο Μήτσος ο Δελής παίζει σαντούρι. “Απλό είναι” σκέφτηκε. “Το βάζεις κάτω το κουρδίζεις και με δύο ξυλαράκια το βαράς και παίζεις χίλια δυό  πράγματα. Ούτε φύσημα, ούτε αναπνοές, ούτε δάχτυλα. Περίπου λεύτερος να συμμετέχεις και στο γλέντι. Τραγουδάς, φωνάζεις κάνεις κέφι και τους βάζεις στο χορό. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το όργανο πρέπει να το αγοράσεις και πού λεφτά. Μεροδούλι μεροφάι. “Ωραία τα όνειρα” σκέφτηκε και βάλθηκε πάλι να δει τι θα γίνει με τη φλογέρα.
    Ο Μήτσος ο Δελής χαρούμενος άνοιξε με προσοχή τη θήκη. Ένα όμορφο ολοκαίνουργο σαντούρι φάνηκε. Μοσχοβόλαγε φρεσκάδα. Η επένδυση από σφενδάμι γυάλιζε, όπως και το μάτι του από τη χαρά. Το αναμενόμενο όργανο που το περίμενε πάνω από ένα μήνα είχε φτάσει εκείνη την ημέρα με το μοναδικό όχημα με του χωριού. Ένα λεωφορείο της κακιάς ώρας που πηγαινοέφερνε τους Κλενιάτες μια-δυό φορές την εβδομάδα μέχρι την Κόρινθο.
    Είχε μπει ο Οκτώβρης. Φέτος η χρονιά πήγε καλά. Από το Πάσχα και μετά, πολλά τα πανηγύρια και τα γλέντια. Όχι μόνο στην Κλένια αλλά και στα γύρω χωριά. Δεν έλειψαν βέβαια οι γάμοι και τα βαφτίσια. Σε μόνιμη κομπανία ο Μήτσος δεν ήταν. Ποτέ με τον έναν πότε με τον άλλον. Ένας έπαιζε κλαρίνο άλλος βιολί άλλος κιθάρα, λαούτο πίπιζα, νταούλι. Απ’ όλα είχε το χωριό. Αυτός με το σαντούρι του ήταν μοναδικός. Κόλλαγε σε όλους. Άλωστε φιλαράκια ήσαν. Έτσι διασκέδαζαν  τον κόσμο και έβγαινε και το κάτι τις από τις
παραγγελιές.
    Το σαντούρι του όμως είχε παλιώσει. Η θήκη του χτυπημένη σε πολλές μεριές από τη μεταφορά του στους γάμους και τα πανηγύρια με τα γαϊδουρομούλαρα, δεν το προστάτευε και πολύ. Κάθε τρεις και λίγο ακόμα και πάνω στο γλέντι έπρεπε να το χορδίζει. Έτσι φέτος που μάζεψε κάτι φράγκα πάρα πάνω παράγγειλε καινούριο σαντούρι. Και να τώρα πώς το καμαρώνει και το χαϊδεύει με το βλέμμα του. Σκεφτόταν ικανοποιημένος  τα νέα γλέντια και την έκπληξη που θα είχαν οι συμπαίκτες του βλέποντας το καινούργιο όργανο.
    Έκανε μία γύρα βρήκε το Θύμιο τον Κορδώση με το βιολί, τον Βασίλη τον Κορδώση που έπαιζε λαούτο τον Γιάννη τον Μερκούρη  με το κλαρίνο και το βράδυ κανόνισαν να πιούνε ένα ποτήρι  μαζί με τα φιλαράκια τους στο καπηλειό του Σκούρτη παίζοντας κανα κομμάτι για να ρυθμίσουν τα όργανα. Έτσι βράδυ μετά από μερικά ποτήρια το γλέντι άναψε και το τραγούδι ακούστηκε στην γειτονιά.

Πέρασε και ο Μανωλάκης που άκουσε το ντράβαλο. Φίλος και αυτός από παλιά πήγε να πιει και να γλεντήσει γιατί αρκετά τράβαγε με το μεροκάματο και τα πρόβατα. Μπαίνοντας το μάτι του έπεσε στο καινούργιο σαντούρι.Κατέβασε μονορούφι  το πρώτο ποτήρι και διπλάρωσε τον Μήτσο.

   ”Ρε Μήτσο πού το βρήκες αυτό το καινούργιο πράγμα;” τον ρώτησε.

   “Ας είναι καλά τα γλέντια και οι  συμπατριώτες” του απάντησε  ο Μήτσος και του έκλεισε το μάτι. “Βγάλαμε κάτι παραπάνω και κάναμε τις αγορές μας”.

Και το παλιό τι το κάνες;”

Τόβαλα στην μπάντα, τι να το κάνω, τάφαγε τα ψωμιά του άστο να ξεκουραστεί”.

 ΄Αστραψε το μυαλό του Μανωλάκη, φούντωσε ο καημός. ”Δεν το δίνεις σε μένα ρε βλάμη να μάθω ένα όργανο της προκοπής” και μες στο κέφι “ Έλα πάρτο” του αποκρίθηκε ο Μήτσος. Το γλέντι άναψε πλέον για τα καλά.

   Την άλλη μέρα δεν πρόλαβε να ανέβει ο ήλιος  και ο Μανωλάκης καλημέριζε  το Μήτσο και έπαιρνε αγκαλιά το παλιό σαντούρι.

Να σου δείξω λίγο πώς ξεκινάμε” προθυμοποιήθηκε ο Μήτσος,

 “Άστο” τ’αποκρίθηκε ο Μανωλάκης, “Ξέρω γω έχω και αφτί”.

   Πέρασε ο Οκτώβρης πέρασε και ο Νοέμβρης. Οι χωριανοί  μάζεψαν τις δουλειές γιατί ο χειμώνας ερχόταν. Τα γλέντια λίγα. Όλοι ετοιμαζόντουσαν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και το νέο έτος. Ο Μανωλάκη είχε χαθεί από την πιάτσα. Ένα βράδυ παραμονές Χριστουγέννων μαζεύτηκαν οι “μουσικοί” του χωριού στο καφενείο να κανονίσουν τη διασκέδασή τους στις γιορτές. Νάσου και ο Μανωλάκης. Έσκασε μύτη στις παρέες.

   “Έλα ρε!!! πού χάθηκες” τον πήρε αγκαζέ ο Μήτσος “Πώς πάει το σαντούρι τόσο καιρό, να δούμε τι τραγούδια έμαθες;”

   Ο Μανωλάκης τσιτώθηκε. “Φτιάνει κάτι ελιές” του απάντησε “διαβολοελιές άλλο πράμα” και όλοι έμειναν κάγκελο.

   O Μανωλάκης αφού παιδεύτηκε λίγο καιρό να στρώσει κανα τραγούδι με το σαντούρι απογοητεύτηκε. Και αυτό το όργανο ήταν δύσκολο. Έτσι με το μάζεμα των ελιών σκέφτηκε να το χρησιμοποιήσει διαφορετικά. Και το γέμισε ελιές θρούμπες. Όπως οι άλλοι γέμιζαν τα τομάρια των γιδιών και τα πιθάρια με ελιές αλατισμένες για να ωριμάσουν και να γίνουν φαγώσιμες  αυτός γέμισε το σαντούρι. Το αποτέλεσμα της ωρίμανσης των ελιών το είπε με καημό στους φίλους του.

   Η ιστορία βασίστηκε στην διήγηση του πατρός μας Βασιλείου Δελή αδελφού του Δημητρίου (Μήτσου)Δελή (1916-2009). Στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο το 1944 χειροτονήθηκε ιερέας και πούλησε το σαντούρι και ένα άλογο με το κάρο για να αγοράσει με τα χρήματα τα άμφια. Διορίστηκε κατ΄αρχάς για μικρό διάστημα στον Μαψό και μετά μόνιμα στον Άγιο Βασίλειο μέχρι την κοίμησή του.

Eιδήσεις

Όλη η επικαιρότητα στο palo.gr


Ειδήσεις περιφέρειας...