Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Αποκριάτικα σατυρικά δρώμενα στην Κλένια



   Σταχυολογήματα της μνήμης από τα σατυρικά δρώμενα της Αποκριάς  στην Κλένια στις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο.
Θυμάται και γράφει ο Ντίνος Κορδώσης
Φωτο: Από το φωτογρ. αρχείο του Πολιτιστικού Συλλόγου Κλένιας (γύρω στο 1960).

Αριστερά ο Γιώργος Σκούπας (Εργολάβος)
    Το αποκριάτικο ξεφάντωμα στην Κλένια καθιερώθηκε αρκετά νωρίς, όταν η Κλένια πήρε την πρωτοπορία απ’ τον Άγιο Βασίλη. Λένε πως κάποιοι Κλενιάτες με επί κεφαλής τον Κώστα Μπαλή (Κουλούτα) που τότε ήταν πρόεδρος του χωριού, έπιασαν τους δρόμους και γύριζαν πίσω όλους εκείνους που είχαν ξεκινήσει για δουλειά την τελευταία Κυριακή της αποκριάς και την Καθαρή Δευτέρα. Ύστερα βάζοντας πάνω σε μια σούστα τον Γιαννίτσα με το νταούλι και τον Ματζιώρο με την πίπιζα γύριζαν στους δρόμους του χωριού και ξεσήκωναν τους κατοίκους. 
  Τα χρόνια που ακολούθησαν  η Κλένια έγινε ένας από τους πιο ελκυστικούς προορισμούς για τις αποκριές, όχι μόνο για τους κατοίκους των γύρω χωριών, αλλά και για πλήθος πρωτευουσιάνων. Στο μέσον της πλατείας άναβαν μεγάλη φωτιά και γύρω της χόρευε ξέφρενα ένα μεγάλο πλήθος ντόπιων και μη. Ο χορός σχημάτιζε κάποιες φορές σπείρα με οκτώ και δέκα κύκλους. Βέβαια οι αποκριάτικες εκδηλώσεις  εκτός απ’ το ξεφάντωμα τις  Κυριακές και την καθαρή Δευτέρα, περιελάμβαναν και τις νυχτερινές βόλτες μετ’ αναλόγου είδους ασμάτων στους δρόμους του χωριού και τις επισκέψεις των μασκαρεμένων στα σπίτια καθ’ όλη τη διάρκεια του τριωδίου.  
  Τις πρώτες δεκαετίες μετά τον πόλεμο, οι εκδηλώσεις περιελάμβαναν  και σατυρικά θεατρικά δρώμενα που παρουσιάζονταν στο κοινό της πλατείας και των τριγύρω καφενείων, από το υπερυψωμένο μικρό πλάτωμα εμπρός απ’ το σπίτι του Μήτσιου του Γκίκα όταν το γλέντι καθιερώθηκε να γίνεται μόνιμα στην πλατεία, γιατί παλιότερα γίνονταν και σε άλλα μέρη. Στην Παναγία όπου σήμερα είναι η μεγάλη εκκλησία της Κλένιας,  στο μπακλωρέικο αλώνι, ή αλλού. Οι οργανοπαίχτες εκείνης της εποχής  ήταν οι Μάρκος Μπούρας (Κλαρίνο), Θύμιος Κορδώσης( βιολί), στο οποίο επιδίδετο αλλά σταμάτησε κάποτε να εμφανίζεται και ο Γιώργος Κοντογιάνης, (γραμματέας της κοινότητας) . Λαούτο έπαιζε αρχικά ο Βασίλης Κορδώσης (Μηχαλιός) κι αργότερα ο Γιώργος Κορδώσης (Σουσαμής). Το νταούλι χτυπούσε ο Γιάννης ο Ηλίας (Γιαννίτσας) και κάποτε και ο γιος του Γιώργος, και την πίπιζα ο Βασίλειος Ματζώρος τον οποίο διαδέχθηκε ο Γιώργος Ηλίας(του Γιαννίτσα). 
     Πρωταγωνιστές των αποκριάτικων σατυρικών ήταν οι Παύλος  Μαυραγάνης, Αχιλέας Κορδώσης, Γιώργος Κορδώσης (Σουσαμής) Μήτσιος Κολοβός, Δημήτρης Παπαθανασίου (Εικοσιένας), Παναγιώτης Κορδώσης (Νούλης) και πολλοί άλλοι. «Το χειρουργείο» ήταν μια απ’ τις συνηθισμένες παραστάσεις. Ο ασθενής παραπονιόταν για πόνους στην κοιλιά και ο γιατρός έβγαζε τα εργαλεία του, που αποτελούνταν από χασαπομαχαίρα, κλαδευτήρι, σιαντράνι πεταλωτή και άλλα συναφή τρομακτικά εργαλεία. Ύστερα προέβαινε σε επέμβαση που κατέληγε στο να ανασύρει απ’ την κοιλιά του ασθενή μια ή και δυο γάτες. «Το ξύρισμα του γαμπρού» ήταν επίσης μια διασκεδαστική παράσταση. Τον γαμπρό παρίστανε ο Μήτσος ο Κολοβός ενώ μπαρμπέρης ήταν ο Αχιλλέας ο Κορδώσης.  «Το δικαστήριο» που εκδίκαζε υπόθεση μοιχείας  έβγαζε επίσης πολύ γέλιο. Όμως τις δεκαετίες του 1960 και 1970 καθιερώθηκε να παρουσιάζεται κάθε χρόνο η «κηδεία». Κάποιος έκανε τον πεθαμένο και τον περιέφεραν στην πλατεία, ενώ πίσω από το φέρετρο η χήρα που ήταν άντρας μασκαρεμένος θρηνούσε γοερά και μοιρολογούσε εκθειάζοντας τις σεξουαλικές επιδόσεις του μακαρίτη. Τη χήρα ακολουθούσαν οδυρόμενες επίσης μαυροφορεμένες γυναίκες της οικογένειας που φυσικά  ήταν μασκαρεμένοι άντρες. Ένας από αυτούς που παρίσταναν τον πεθαμένο  ήταν επί σειρά ετών  ο Βασίλης ο Ηλίας (Τσιμπούκας) ενώ τις γυναίκες που ακολουθούσαν το φέρετρο με θρηνώδεις βωμολοχίες παρίσταναν ο Γιώργος ο Μπακλώρης (Μάμαλης), ο Χρήστος ο Μπαλής (Κατσιούλης) και κάποιοι άλλοι. Η «Κηδεία» καθιερώθηκε σαν θεατρικό, σατυρικό, δρώμενο γιατί έδινε την ευκαιρία στον πεθαμένο που στη συνέχεια αναστηνόταν, να σατιρίσει τα κακώς κείμενα της πολιτικής κατάστασης της χώρας, της τοπικής διοικητικής  εξουσίας, και ότι άλλο προσφερόταν για σάτιρα από τα διεθνή γεγονότα. Βέβαια  δεν γλίτωναν τη σάτιρα και ιδιώτες, όπως οι καταστηματάρχες και όποιοι άλλοι τύχαινε να κάνουν κάτι πρόσφορο για διακωμώδηση κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
   Ο άνθρωπος που είχε όμως κυριολεκτικά «διαπρέψει» στο ρόλο του «πεθαμένου» για μια περίπου δεκαπενταετία  ήταν ο Γιώργος Σκούπας (Εργολάβος). Όχι μόνο γιατί είχε φυσικό ταλέντο στη διακωμώδηση καταστάσεων και πραγμάτων , αλλά και γιατί είχε την ικανότητα να γράφει ο ίδιος το σατυρικό κείμενο και σε έμμετρο μάλιστα λόγο. Εκ φύσεως παρατηρητικός δύσκολα  διέφευγε κάτι απ’ τη σάτιρά του, που ήταν πάντα δεικτική και εύστοχη, προσαρμοσμένη στο πνεύμα των ημερών. Ο κόσμος διασκέδαζε πάρα πολύ, και κάθε φορά περίμενε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εμφανιστεί ο πρωταγωνιστής, ενώ ποτέ δεν ακούστηκε πως διαμαρτυρήθηκε κάποιος απ’ τους σατιριζόμενους. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια έπαψε να γίνεται το τελετουργικό της κηδείας και εκφωνούσε το σατυρικό του από τον κουβά ενός φορτωτή.
   Αποστήθιζα  σχεδόν το σύνολο των στίχων εκείνο τον καιρό που ήμουν παιδί και η μνήμη ήταν ρωμαλέα. Δυστυχώς δεν τα έγραψα και με τον καιρό τα περισσότερα έσβησαν. Ωστόσο θυμάμαι κάποια που ίσως είναι αρκετά για να δώσουν το πνεύμα του δημιουργού τους.
  Τα πρώτα χρόνια ξεκινούσε με την έκφραση «Όπως με βλέπετε αναστήθηκα» και στη συνέχεια τα έψαλε σε όλους εμμέτρως. Αργότερα όμως καθιέρωσε και αρχή με ομοιοκατάληκτους στίχους:



Χαίρετε, χαίρετε
σας ξέρω και με ξέρετε
και εις παρομοίας περιστάσεις
περιττεύουν οι συστάσεις.


   Ο πρόεδρος με το κοινοτικό συμβούλιο και τα πεπραγμένα τους, αποτελούσαν συνήθως τον πρώτο στόχο. Οι παρακάτω στοίχοι για τον φωτισμό στους δρόμους όπου οι λαμπτήρες στις κολόνες δεν αντικαθίσταντο όταν καίγονταν και παρέμεναν σβηστοί τις νύχτες οι περισσότεροι:

Μας έβαλαν και ηλεκτροφωτισμό
μπορείς να βρεις καρφίτσα.
Φωτάει μόνο μιά, απάνω στου Γιαννίτσα.

   Και για την κατάσταση των δρόμων που τότε ήταν βέβαια όλοι χωματόδρομοι:

Στρώνουνε δρόμους όλο τον καιρό,
μα είναι γεμάτοι γούβες με νερό
κι αν έμπει κάποιος στο χωριό,
τσαλαβουτάει στο νερό.

   Για το γήπεδο στο Βραχιά έβαλαν κάποτε μπουλντόζα για να το ισοπεδώσει, αλλά αργούσαν να το στρώσουν κι έτσι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί:

Βάλαν μπουλνόζες κι έκοψαν στο γήπεδο
και ντράσες και βραχούλια
μα  όπως παν τα πράγματα
Θα σπείρουμε μαρούλια.

   Η Κλένια ποτέ της δεν απόκτησε κοινοτικό γραφείο. Μέχρι που έγιναν οι Καποδιστριακοί Δήμοι το γραφείο λειτουργούσε σε νοικιασμένο χώρο. Κάποτε υπήρξε ωστόσο η ιδέα να γίνει το κοινοτικό γραφείο στην πλατεία, εκεί που σήμερα είναι η πέτρινη βρύση και όπου εκείνα τα χρόνια υπήρχε επίσης το μεγάλο πεύκο το οποίο ο Νώντας ο Μαυραγάνης που διατηρούσε καφενείο - ψησταριά το χρησιμοποιούσε για να σφάζει στη ρίζα του τα ζωντανά και να τα γδέρνει κρεμασμένα από τσιγκέλια που είχε δεμένα στα κλαδιά του :

Είπαμε να φτιάξουμε και κοινοτικό γραφείο,
μόνο που θα χαλάσουμε του Νώντα το σφαγείο.

   Προσπάθειες για να φυτευτούν πεύκα στον Άγιο Παντελεήμονα είχαν γίνει επανειλημμένα με προσωπική εργασία του κόσμου. Όμως καμία δεν τελεσφόρησε. Επειδή ο κοινός νους υπαγόρευε ότι είναι αδύνατον από χιλιάδες δέντρα που φυτεύτηκαν να μην έπιασε έστω και ένα, υπήρχε η υποψία ότι κάποιοι( ο νους όλων πήγε στους κτηνοτρόφους) είχαν συμφέροντα να μην γίνει το δάσος  και παρενέβησαν ανάλογα:

Τι πάτε και βάζετε πεύκα στον Παντελέημονα
και τρελαίνετε τον κόσμο στην προσωπική,
αφού μόλις φεύγετε, πάνε ο Καπνιάς με το Γιαννίτσα
και τα τραβάνε από τ’ αυτί.

   Εννοούσε πως όσα έβλεπαν να έχουν πιάσει τα τραβούσαν λίγο ώστε να ξεριζωθούν κι έτσι τα δεντράκια ξεραίνονταν στη θέση που φυτεύτηκαν. Φυσικά ποτέ δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι οι προαναφερθέντες είχαν κάνει κάτι τέτοιο.
   Για τον Νίκο το Μπακλώρη (Γαρύφαλλο) που είχε το παντοπωλείο και ήταν φανατικός οπαδός του πολιτευτή Γεωργίου Παπαληγούρα μεταξύ των άλλων έγραψε:

Μέσα στο μαγαζί του
δεν έχει άλλη φιγούρα
κι όταν για ψώνια πας εκεί
σου λέει για τον Παπαληγούρα.

   Για την Παναγούλα του Ηλία του Μαυραγάνη που διατηρούσε επίσης παντοπωλείο αλλά και ψησταριά, που έτρεχε και δεν έφτανε για να εξυπηρετήσει τους πελάτες  πάντα πνιγμένη στη δουλειά :

Κάτσε σου λέει να κατεβάσω το γιαχνί,
να πάω πάνω στο Λαυκιώτη να πάρω ένα αρνί
και θα ’ρθω να σ’ εξυπηρετήσω στο πι και φι.
Ευτυχώς στο τέλος σου λέει κι ευχαριστώ.

   Για το Νώντα το Μαυραγάνη που ήταν λίγο οξύθυμος: 

Σου φτιάχνει ο Νώντας  πάντα καφέ βαρύ με ολίγη
κι έτσι και τον τσαντίσεις σ’ αλλάζει το χιστίδι.

   Για τον Αγγελή το Δήμα που λειτούργησε για κάποια χρόνια έναν κατάστημα που στον ένα τοίχο του έγραφε ΚΑΦΕΖΑΧ\ΣΤΕΙΟΝ και στον άλλον ΧΑΣΑΠΟΤΑΒΕΡΝΑ:

Έχτισε ο Αγγελής το καφεζαχασαποταβέρνα
κι έχει πολύ δουλειά
και από πάνω σπίτι
καρακαξοφωλιά.

   Κανείς δεν γλίτωνε από την αποκριάτικη σάτιρα του Εργολάβου. Ούτε ο ίδιος ο εαυτός του. Έτσι κάποια χρονιά που είχε πάρει μέρος ως υποψήφιος στις κοινοτικές εκλογές και πήρε ελάχιστους ψήφους, εμφανίστηκε με μουτζουρωμένο πρόσωπο και ξεκίνησε ως ακολούθως:

Μη με κοιτάτε που είμαι μαύρος
δε μαύρισα ούτε από μουτζούρες, ούτε από μπογιές,
με μαυρίσανε στις εκλογές.

   Κι έφτανε στο τέλος συνήθως ως εξής:

Κι αν είναι εδώ κανένας που θυμώνει,
ας έρθει να μου κλάσει το γκιώνη. 
   

   Μακάρι τα κείμενα σε πλήρη μορφή να έχουν διασωθεί από τους δικούς του. Θα είναι κάτι σημαντικό για την πολιτιστική κληρονομιά της Κλένιας. Μακάρι επίσης να βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση της χώρας, ώστε να μπορέσει ο κόσμος απελευθερωμένος απ’ το άγχος της σημερινής αβεβαιότητας, να ξαναγλεντήσει και πάλι με την καρδιά του, όπως στα χρόνια εκείνα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Eιδήσεις

Όλη η επικαιρότητα στο palo.gr


Ειδήσεις περιφέρειας...