Γράφουν
οι: Γ
& Τ.Δελής Δεκαετία
του 50. Δεκέμβρης μήνας.
Τα Χριστούγεννα
κοντοζύγωναν. Ο μπάρμπα-Αριστείδης ο Δήμας, ξύπνησε πριν λαλήσει ο
πρώτος κόκορας. Το σκοτάδι ήταν ακόμα πηχτό κι έξω φυσούσε βοριάς που σου ’κοβε
την ανάσα. Η σκεπή έτριζε, τα παραθυρόφυλλα χτυπούσαν κι ο αγέρας σφύριζε σαν
αγριεμένο φίδι. Ο μπάρμπα-Αριστείδης γύρισε πλευρό, τράβηξε την κουβέρτα λίγο πιο ψηλά και αναστέναξε βαριά.
«Τι
χειμώνας είν’ τούτος, Παναγία μου…» μουρμούρισε.
Μα
όσο κι αν το ’θελε, ύπνος δεν τον ξανάπαιρνε. Οι ελιές τον περίμεναν. Χρόνια
ολόκληρα έτσι έκανε. Ούτε κρύα, ούτε βροχές, ούτε χιόνια τον κράτησαν ποτέ μέσα.
«Σήκω,
Αριστείδη», μουρμούρισε στον εαυτό του. «Οι ελιές δεν περιμένουν».
Δίπλα
του η “γριά του” η Τασιά σκεπτόταν και αυτή το διαβολε-μένο κρύο ανήσυχη. Ήταν
μέρες τώρα που ένας πόνος στην μέση την ταλαιπωρούσε και δεν τον βοήθαγε στο
μάζεμα των ελιών για να μην επιδεινωθεί. Στενοχωριόταν, που δεν μπορούσε να
τον βοηθήσει γιατί τον αγάπαγε και μια ζωή σε όλες τις δουλειές πήγαιναν μαζί.
«Ντύσου
καλά» του μουρμούρισε. «Έρχονται γιορτές και δεν είμαστε για αρρώστιες».
Ο
μπάρμπα-Αριστείδης ήταν άνθρωπος που άμα έβαζε κάτι στο κεφάλι του θα τόκανε.
Είχε “Δημέικο” κεφάλι. Ούτε χιόνι ούτε
βροχή τον γυρνούσε πίσω. Είχε βάλει σκοπό να μαζέψει τις ελιές από το χωράφι
στις “Πλατάνες”, εκεί στο ρέμα, που ήταν απόσκιο και το φως έπιανε λίγο αργά,
γιατί το βουνό έκρυβε τον ήλιο το μισό πρωινό. «Αν τις αφήσω κι άλλο, θα τις
χτυπήσει ο παγετός και θα πάνε στράφι», σκεφτόταν, και το λάδι ήταν απαραίτητο
για τον βιοπορισμό τους.
Σηκώθηκε,
φόρεσε δυό πουλόβερ, το παλιό του σακάκι
και τέλος από πάνω την κάπα, τριμμένη και ξεβαμμένη απ’ τον καιρό, που
μύριζε καπνό και υγρασία. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έδενε τα κορδόνια σε κάτι
παλιαρβύλες. Δεν ήξερε αν έτρεμε από το κρύο ή από τα χρόνια. Πήρε τα ταγάρι με
το ψωμί τυρί και ελιές ,που του ετοίμασε η γυναίκα του, έβαλε την τραγιάσκα και
άνοιξε την πόρτα.
Ο
παγωμένος αέρας τον χτύπησε καταπρόσωπο, σαν χαστούκι. Η ανάσα του έγινε άσπρο
σύννεφο, και τα μουστάκια του σχεδόν πάγωσαν .«Ωχ, Παναγιά μου…» είπε και
σταυροκοπήθηκε.
Είχε
κανονίσει να πάει με τρείς γειτόνισσες. Η μία ήταν η Βασίλω του Χρύσανθου, η
άλλη ήταν η Τασιά του Κελέση και η τρίτη η Σοφιά του Τσεκούρα .Οι δυό
προσφυγοπούλες είχαν έρθει μετά την μικρασιατική καταστροφή και είχαν
ενσωματωθεί στο χωριό. Γυναίκες σβέλτες, με χέρια που δεν φοβούνταν τη δουλειά .
Οι χωριανοί τις αγαπούσαν. Όταν υπήρχε δουλειά έτρεχαν και έβγαζαν μεροκάματο. Ο καιρός όμως ήταν
άγριος και από τη προηγουμένη η Σοφιά
του είχε πει όταν τις κάλεσε «εγώ, Αριστείδη, δουλειά θέλω, αλλά έχω και
τα κοκαλάκια μου». Τις είχε πείσει όμως με το καλό: «Θα πάμε, θα τις τελειώσουμε
σε δυο-τρεις ώρες, θα σας κεράσω κι ένα κρασάκι μετά, να ζεσταθούμε. Και θα πάρετε
κι από ένα μπουκαλάκι λάδι έχτρα, έτσι,
για τον κόπο σας».
Πέρασε
δίπλα στον αχούρι. Έλυσε και σαμάρωσε τα δυο μουλάρια, την “Μούλα” και τον “Κοκκίνη”
. Φόρτωσε τα στρωσίδια ,τις σκάλες τα σακιά και τις τέμπλες και βγήκε στον
δρόμο.
Εκεί
τον περίμεναν οι δυο γειτόνισσες, η Βασίλω και η Τασιά,. Κουκουλωμένες με
μάλλινα, μαντήλια δεμένα σφιχτά στο κεφάλι με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες.
Ήτανε σαν σκιές και έμοιαζαν σαν να ’χαν
βγει από παλιό χειμωνιάτικο παραμύθι.
«Καλημέρα,
μπάρμπα-Αριστείδη», είπε η Βασίλω, και τα δόντια της χτυπούσαν.
«Καλημέρα να ’ναι», απάντησε εκείνος. «Με τέτοιο κρύο, μόνο καλημέρα δεν το λες
. Ούτε λύκος δε βγαίνει».
Πιο
κάτω στη γωνία του δρόμου, έξω από το σπίτι της τους περίμενε Η Σοφιά φορώντας
ένα σκουφί ως τα φρύδια και ένα κασκόλ
που το είχε κάνει κόμπο μπροστά στο στόμα.
«Να σ’ πω, εγώ θα ’ρθω, αλλά αν
κάνει πολλή παγωνιά, θα στα σούρω. Να το ξέρεις».
«Να
με βρίσεις, πες ότι θες. Αρκεί να τις μαζέψουμε», είπε ο μπάρμπα-Αριστείδης,
και γέλασε με εκείνο το γέλιο το βαθύ, το χωριάτικο.
Πήραν
τον δρόμο για τις “Πλατάνες”. Ο αέρας είχε καλμάρει λίγο και μια αισιοδοξία
υπήρχε. Ο δρόμος γλιστρούσε, το χώμα ήταν παγωμένο κι ο πάγος στα χωράφια στραφτάλιζε.
Περπατούσαν σιγά-σιγά, προσεχτικά, κι ανάμεσα στις ανάσες τους κουβέντιαζαν
αναμνήσεις από παλιά.
«Θυμάσαι,
Αριστείδη, τότε που μαζεύαμε με χιόνι ως το γόνυ;» είπε η Τασιά.
«Θυμάμαι… μα τότε ήμασταν αλλιώς. Τα κόκαλα δε φώναζαν τόσο», απάντησε γελώντας
πικρά.
Όσο
κατέβαιναν προς την ρεματιά , ο αέρας δυνάμωνε. Έμπαινε από τα μανίκια, από τον
λαιμό, από παντού. Ένα κρύο ξερό, που δεν σε τσιμπάει μόνο στο δέρμα, αλλά
μπαίνει βαθιά και κάθεται. Τα δέντρα γύρω ήταν γυμνά, κι οι κορφές των βουνών
είχαν ένα άσπρο χνούδι, σαν να τις είχε πασπαλίσει κάποιος αλεύρι.
Φτάσανε
στο χωράφι. Οι ελιές, φορτωμένες καρπό, είχαν εκείνο το σκούρο γυάλισμα που
δείχνει πως είναι έτοιμες για μάζεμα. Έστεκαν σκυθρωπές, με τα φύλλα παγωμένα
και τα κλαδιά βαριά.Άπλωσαν
με δυσκολία τα πανιά πρώτα στην μεγάλη
ελιά. Δεν ίσιωναν εύκολα, γιατί ήταν σκληρά απ’ την παγωνιά. Τα δάχτυλα δεν
υπάκουαν.
Ο
μπάρμπα-Αριστείδης πήρε τη σκάλα και στάθηκε από κάτω. Την κοίταξε για λίγο.
«Πάμε», είπε αποφασιστικά και ανέβηκε στη σκάλα, αλλά μόλις άγγιξε τα κλαδιά,
ένιωσε τον πάγο να του διαπερνά τα κόκαλα. Οι ελιές ήταν παγωμένες, σκληρές σαν
πέτρα.
«Δεν
θυμάμαι τέτοιο κρύο», είπε η Τασιά, φυσώντας στις παλάμες της.
«Ούτε εγώ», απάντησε ο μπάρμπα-Αριστείδης, κι ας ήξερε πως είχε ζήσει πολλούς
χειμώνες. «Αλλά κάθε χρόνο λέμε το ίδιο. Περάσαν, χρόνος και κόμπος».
Μα
μόλις άρχισε να ραβδίζει, κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι ελιές
έπεφταν βαριές, παγωμένες, κι ο ήχος τους στα πανιά ήταν ξερός, άχαρος. Στην
αρχή, η κίνηση τους ζέστανε λίγο. Η ανάσα τους έβγαινε άσπρη, σαν καπνός, και
οι ώμοι τους δούλευαν με ρυθμό. Όμως το καταχείμωνο είχε άλλα σχέδια. Ο ήλιος δεν
έλεγε να φανεί από το βουνό. Μετά την πρώτη ώρα, ο χειμώνας
άρχισε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Ο βοριάς δυνάμωσε , κόβοντας σαν
ξυράφι κάθε εκτεθειμένο δέρμα. Τα χέρια τους κοκκίνιζαν και πονούσαν . Τα
δάχτυλα μέσα από τα παλιά μάλλινα γάντια
μούδιαζαν.Άρχισαν
να νιώθουν το κρύο να διαπερνά τα
κόκκαλα βαθιά
. Οι κρόταφοι του Αριστείδη πονούσαν σαν να τους έσφιγγε μέγγενη. Το
σώμα του, που είχε περάσει πολλά, του έστελνε κι εκείνο μηνύματα. Το γόνατο τον
σούβλιζε, ο λαιμός σφιγγόταν, κι η ανάσα έβγαινε βαριά.
Η Βασίλω σταμάτησε πρώτη.
«Δεν τις νιώθω πια τις παλάμες μου», είπε γελώντας νευρικά.
Η
Σοφιά έσκυψε και αυτή και φύσηξε στις παλάμες της.
«Ούτε εγώ. Λες κι είναι ξένα».
Κι
η Τασιά σταμάτησε ξαφνικά, έβαλε τα χέρια στη μέση και έκανε μια γκριμάτσα.
«Αριστείδη… δεν νιώθω τη μύτη μου. Σαν να την έχω αφήσει στο σπίτι, να τα παρατήσουμε. Οι ελιές θα είναι εδώ κι
αύριο. Εμείς όμως;»
Ο
μπάρμπα-Αριστείδης κατέβηκε από τη σκάλα αργά και στάθηκε ακίνητος. Η ανάσα του
έβγαινε βαριά. Κοίταξε γύρω του τα λιόδενδρα, τη γη που δούλευε μια ζωή. Θυμήθηκε
τον πατέρα του, τον παππού του, όλους όσους δούλεψαν αυτή τη γη και για πρώτη
φορά ένιωσε πως ίσως δεν είχε πια τη δύναμη να τα βάζει με τέτοια κρύα. Ένας άλλος άνθρωπος, πριν από τριάντα χρόνια, θα είχε
μείνει. Θα είχε δουλέψει μέχρι νύχτα, μέχρι να τελειώσει. Αλλά αυτός ο άνθρωπος
δεν υπήρχε πια. Ο χειμώνας αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους.
«Δεν
πάει άλλο», είπε τελικά. «Σήμερα θα τα παρατήσουμε. Μαζέφτε τα τον σταυρό σας»
βλαστήμησε. «Στο χωριό μας φτιάχνουν τα κόλλυβα!!!».
Καμιά
δεν αντέδρασε. Σαν να περίμεναν τα λόγια του. Μάζεψαν τα πανιά όπως-όπως ,φόρτωσαν
τα μουλάρια και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Το κρύο ήταν ίδιο, μα οι
κουβέντες τους ζέσταιναν λιγάκι την καρδιά.
Όταν
έφτασαν στο χωριό και τακτοποίησαν τα πράγματα ο μπάρμπα-Αριστείδης τις κάλεσε.
«Ελάτε
μέσα για καφέ. Να ξεπαγώσουμε. Να ζεσταθούμε λίγο».
Το
τζάκι ήταν αναμμένο. Η ζεστασιά με τη μυρωδιά του ξύλου ήταν απλωμένη στο
δωμάτιο. Η γιαγιά Τασιά έβαλε το μπρίκι
και το σπίτι μοσχοβόλησε καφέ. Κάθισαν γύρω απ’ το τραπέζι, τρίβοντας τα χέρια
τους. «Βάλε και λίγο κονιάκ μέσα να συνέλθουμε» την παρότρυνε ο Αριστείδης. Έξω
ο χειμώνας λυσσομανούσε, μα μέσα υπήρχε ζεστασιά, γέλια και παλιές ιστορίες.
«Λοιπόν»,
του είπε η γυναίκα του η Τασιά αστειευόμενη, «την άλλη φορά να πας νωρίς τον Οχτώβρη να τις μαζεύεις με κοντομάνικο».
«Οχτώβρη δεν γίνεται», απάντησε ο μπάρμπα-Αριστείδης. «Αλλά… θα περιμένουμε να βγει
ήλιος, θα “πάρει” και
το χώμα».
Η
Σοφιά σήκωσε το ποτήρι της.
«Να σου πω κάτι, Αριστείδη; Καλά κάναμε και τα
παρατήσαμε. Η δουλειά δεν φεύγει. Εμείς να μην φύγουμε»
Ο
μπάρμπα-Αριστείδης χαμογέλασε. Δεν του άρεσε να παραδέχεται ήττες, μα εκείνη τη
στιγμή ένιωθε κάτι περίεργο, δεν ήταν ήττα. Ήταν σοφία. Σαν να του είπε ο
χειμώνας «όλα έχουν τον καιρό τους». «Παλιά» είπε
σιγά, «ο καταχείμωνας ήταν το ίδιο. Εμείς αλλάξαμε. Κι αυτό δεν είναι ντροπή. Η
ντροπή είναι να μην το βλέπεις» Κοίταξε από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε
ανοίξει λίγο, και μια αχτίδα ήλιου έπεφτε πάνω στις σκεπές.
«Ταχιά ή μεθαύριο»,
είπε ήρεμα, «θα ξαναπάω, με ήλιο. Κι αν θέλετε, ελάτε. Αν όχι… θα τις πάρω εγώ
με την ησυχία μου. Έχω καιρό».
«Μπάρμπα Αριστείδη, μην στενοχωριέσαι» απάντησε η Βασίλω «Εμείς θα σ’ κάνουμε παρέα. Μόλις
φτιάξει ο καιρός θα μαζέψουμε τις ελιές στο άψε σβήσε!»
Ο
μπάρμπα-Αριστείδης χαμογέλασε. Οι ελιές θα περίμεναν. Άλλωστε, κάποιες φορές,
πιο σημαντικό απ’ τη δουλειά είναι να ξέρεις πότε να κάνεις πίσω — και με
ποιους να ζεσταίνεις την καρδιά σου.
Τον
πυρήνα της ιστορίας μας τον διηγήθηκε η κόρη του Αγγελική Δ. Τσάκωνα. Για την
ιστορία ο Αριστείδης Δήμας (1898-1994) ήτανε παππούς μας από την μητέρα
μας Αικατερίνης Δελή (αδελφή της
Αγγελικής).