Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Μια διαφορετική Μ. Παρασκευή: Όταν ο Επιτάφιος έγινε το απόγευμα

    Η Μεγάλη Παρασκευή είναι η πιο πένθιμη ημέρα της Χριστιανοσύνης, συμβολίζοντας την κορύφωση του Θείου Δράματος με τη Σταύρωση, τον θάνατο και την ταφή του Ιησού Χριστού. Είναι ημέρα απόλυτης νηστείας και περισυλλογής, αφιερωμένη στα Πάθη που υπέστη ο Χριστός για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το  αποκορύφωμα της ημέρας είναι η περιφορά του Επιταφίου. Ειδικά στα χωριά  ο στολισμός του επιταφίου και η περιφορά του έχει ιδιαίτερη σημασία και συμβολισμό.
   Ωστόσο φέτος στο χωριό μας, η παράδοση ήρθε αντιμέτωπη με την ανθρώπινη αδυναμία. Ο δικός μας εφημέριος αρρώστησε ξαφνικά, με αποτέλεσμα το ωρολόγιο πρόγραμμα των ακολουθιών της Μεγάλης Εβδομάδος να αλλάξει.

   Η λύση ήρθε από το διπλανό χωριό, που ο εφημέριος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και έφτασε στην Κλένια  για να μην αφήσει το χωριό αλειτούργητο την Μεγάλη Εβδομάδα και τη μεγαλύτερη ώρα της Ορθοδοξίας. Όμως  κι εκείνος είχε δεσμεύσεις  έπρεπε να προλάβει να επιστρέψει στον δικό του εσπερινό. Έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία του χωριού, η ακολουθία του Επιταφίου δεν έγινε το βράδυ, αλλά νωρίς το απόγευμα της Μ. Παρασκευής.

Ο ήλιος ήταν ακόμα ψηλά όταν οι καμπάνες χτύπησαν πένθιμα, καλώντας τους κατοίκους για την ακολουθία του Επιταφίου. Στην αρχή επικράτησε μια σύγχυση. «Επιτάφιος με το φως; Πρωτόγνωρο πράγμα», ψιθύριζαν οι συγχωριανοί μας «δεν θυμόμαστε άλλη φορά τέτοιο πράγμα». Κι όμως, ο παπάς  με το πετραχήλι του ξεκίνησε μπροστά στον στολισμένο επιτάφιο και άρχισε το «Η ζωή εν τάφω...». Μετά τα «εγκώμια» ακολούθησε και η περιφορά του επιταφίου στο χωριό αν και το φως των αναμμένων κεριών, δεν μπορούσε να ανταγωνισθεί το φως της ημέρας.

   Η απογευματινή  αυτή ώρα έδωσε στην ακολουθία μια άλλη χροιά. Οι σταυροί και τα άνθη πάνω στον Επιτάφιο φαίνονταν μέσα στο ηλιοβασίλεμα με ένα διαφορετικό, πιο γήινο τρόπο ενώ στα πρόσωπα υπήρχε μια νοσταλγία για την κανονικότητα που έλειπε.

   Παρότι η παράδοση λέει ότι ο Επιτάφιος θέλει το σκοτάδι για να συμβολίσει τη νύχτα του τάφου, φέτος αποδείχθηκε πως το θείο μήνυμα δεν εξαρτάται από την ώρα. Ακόμα κι αν τούτο το απόγευμα που η περιφορά έγινε κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, η ουσία έμεινε ίδια. Η ταπείνωση, η αγάπη, η ελπίδα της ειρήνης, η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Ο ιερέας του διπλανού χωριού ήρθε και μας θύμισε ότι Εκκλησία δεν είναι μόνο τα έθιμα και οι ώρες, αλλά η παρουσία και η ευχή. Κι έτσι, φέτος, το χωριό μας κράτησε τον Επιτάφιο πιο νωρίς, αλλά τον κράτησε για πάντα στην καρδιά του.

 

Χρόνια Πολλά, Καλή Ανάσταση. Καλό Πάσχα και του χρόνου θα επανέλθουμε στον παραδοσιακό εορτασμό







Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

25η Μαρτίου 2026

   Όπως κάθε χρόνο εορτάσθηκε και φέτος ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και η Εθνική Επέτειος της 25ης Μαρτίου στο χωριό μας.
   Το πρωί ετελέσθη η Πανηγυρική Θεία Λειτουργία και η Δοξολογία στο Ναό της Παναγίας, παρουσία των κατοίκων και των τοπικών αρχών. Ακολούθησαν εκδηλώσεις για την Εθνική Επέτειο και κατάθεση στεφάνων στο Μνημείο Ηρώων. Οι εκδηλώσεις ολοκληρώθηκαν με την καθιερωμένη παρέλαση των μαθητών, οι οποίοι καταχειροκροτήθηκαν από τον κόσμο.
Το χωριό μας τίμησε για ακόμη μία χρονιά με σεβασμό και αξιοπρέπεια τη διπλή αυτή γιορτή της Ορθοδοξίας και του Έθνους.
   Το ειδησεογραφικό korinthostv.gr ανήρτησε τις εκδηλώσεις στον ιστότοπο https://korinthostv.gr δείχνοντας έτσι για μια ακόμη φορά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το χωριό μας.
Παραθέτουμε μερικά στιγμιότυπα :










Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Οι καιροί αλλάζουν - Ντιβεκισμός

    Έρευνα : Γιώργος Δελής

Βεβαίως οι καιροί αλλάζουν
. Πότε γρήγορα πότε αργά. Όλοι καλούμεθα να προσαρμοστούμε. Να μάθουμε αλλά και να ξεμάθουμε. Οι καιροί αλλάζουν και μαζί τους αλλάζουμε κι εμείς. Άλλοτε από επιλογή, άλλοτε από ανάγκη. 
  Αλλάζουν και οι αξίες και οι αντιλήψεις μας για πολλά πράγματα. Ας πάμε λίγο στο μικρόκοσμο του χωριού μας για να δούμε κάτι ενδιαφέρον κατά την άποψίν μας γύρω από τις αλλαγές. Δεν υπάρχουν  αιγοπρόβατα ή αν υπάρχουν είναι πολύ λίγα σε σύγκριση με το παρελθόν και φυσικά μέσα στο χωριό είναι οικόσιτα και δεν περιφέρονται στους δρόμους. Το επάγγελμα του αγροφύλακα δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια. Ο Πρόεδρος του χωριού και το Κοινοτικό Συμβούλιο έχει ελάχιστες εξουσίες γιατί όλα εκπορεύονται και αποφασίζονται από τον Δήμο. Με το πέρασμα των χρόνων όλα αλλάζουν.
  Δείτε όμως τι συνέβαινε  και τις δυσάρεστες αποφάσεις, που έπαιρνε η Κοινότητα, πριν έναν αιώνα ακριβώς 9-3-1926. Σήμερα ούτε κατά διάνοια θα μπορούσαν να ληφθούν τέτοιες αποφάσεις.
Οι καιροί άλλαξαν…
Φωτοαντίγραφα από το Βιβλίο Πρακτικών Κοινότητος Κλένιας; (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τμήμα ΓΑΚ Κορινθίας)


































                                                     Πραξις 169        

Το κοιντ. Συμβουλ τῆς κοιντ. κλενιας συγκήμενον ἐκ τῶν

κατωθι ἀναφερομενων αὐτοῦ μελῶν συνελθών σήμερον

την 9 Μαρτίου 1926 ἡμέραν τετάρτην  κ’ 6 μ.μ. ἐν

τῷ ἐνταῦθα κοιντ καταστηματι κ΄ ὑπό την προε-

δριαν  τοῦ κ Προεδρου Θ Γ Δημα  συνεπεία τῆς ὑπ’

ἀριθ’192 προσκλησεως του κοινοποιηθείσης νομίμως

κ΄ ἐμπροθέσμως εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν κ. Συμβουλων

προς συζήτησιν κ΄ ἐπιψηφισην τοῦ ἐξῆς θεματος

Α   Λόγω ὅτι πολλοί ἐκ τῶν κατοίκων πιγένοντας κ΄ἐπι

στρέφοντας  ἐκ τῶν διαφόρων ἐργασιῶν των ἀφίνουν τάς

εἰκόσήτα Αιγας κ’προβάτους να εἰσερχωνται  ἐκα

τερωθεν τῶν εσπαρμένων ἀγρῶν καί προξενοῦν

Σημαντικάς Ζιμίας

                      Το Σωμα συσκεφθεν

                       Ἀποφαίνεται

Ἐγκρίνει κ΄ψηφίζει ὅτι ἐάν τα οἰκοσητα Αἰγο

προβατα δεν ὀδηγοῦνται διά σχοινίου ἥ ἀλύσεως

παρά τοῦ Κυρίου των να Ντιβεκίζονται παρά τῶν

ἀγροφυλάκων.

                               ενετο αναγνωσθεῖσα ὑπογραφεται

ὁ Προεδρος                                                        Τα Μέλη


                                    




Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αποκριές 2026

 Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος η Κλένια ετοιμάζεται για να εορτάσει και να διασκεδάσει τις αποκριές . Την προσεχή Κυριακή 22 Φεβρουαρίου στις 15:00 το μεσημέρι , θα γίνει η έναρξη των καρναβαλικών εκδηλώσεων. 
  Οι διοργανωτές, όπως μας ενημερώνει και η αφίσα, έχουν φροντίσει ώστε η ημέρα να είναι γεμάτη από μουσική και χορό. Και όπως πάντα η φιλοξενία των Κλενιατών έχει τον πρώτο λόγο με προσφορά δωρεάν κρασιού και παραδοσιακών εδεσμάτων σε όλους τους παρευρισκόμενους.
  Το Κλενιάτικο Καρναβάλι ιστορικά αποτελεί ένα σταθερό σημείο αναφοράς για την ευρύτερη περιοχή, αναδεικνύοντας τη σημασία της διατήρησης των εθίμων και της ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής.
  Σε παλαιότερες αναρτήσεις μας έχουμε αναδείξει την ιστορία και καταγράψει στιγμές από τα σατιρικά δρώμενα της Κλένιας.

 http://klenia-gr.blogspot.com/2017/02/blog-post_25.html

 http://klenia-gr.blogspot.com/2018/02/k-k-1975.html

 http://klenia-gr.blogspot.com/2022/03/blog-post.html

 


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Κλενιάτικες ιστορίες : Στο χωριό μας φτιάχνουν τα κόλλυβα


Γράφουν οι: Γ & Τ.Δελής

 Δεκαετία του 50. Δεκέμβρης μήνας.
 Τα Χριστούγεννα  κοντοζύγωναν. Ο μπάρμπα-Αριστείδης ο Δήμας, ξύπνησε πριν λαλήσει ο πρώτος κόκορας. Το σκοτάδι ήταν ακόμα πηχτό κι έξω φυσούσε βοριάς που σου ’κοβε την ανάσα. Η σκεπή έτριζε, τα παραθυρόφυλλα χτυπούσαν κι ο αγέρας σφύριζε σαν αγριεμένο φίδι. Ο μπάρμπα-Αριστείδης γύρισε πλευρό, τράβηξε την κουβέρτα  λίγο πιο ψηλά και αναστέναξε βαριά.
   «Τι χειμώνας είν’ τούτος, Παναγία μου…» μουρμούρισε.
Μα όσο κι αν το ’θελε, ύπνος δεν τον ξανάπαιρνε. Οι ελιές τον περίμεναν. Χρόνια ολόκληρα έτσι έκανε. Ούτε κρύα, ούτε βροχές, ούτε χιόνια τον κράτησαν ποτέ μέσα.
   «Σήκω, Αριστείδη», μουρμούρισε στον εαυτό του. «Οι ελιές δεν περιμένουν».
 Δίπλα του η “γριά του” η Τασιά σκεπτόταν και αυτή το διαβολε-μένο κρύο ανήσυχη. Ήταν μέρες τώρα που ένας πόνος στην μέση την ταλαιπωρούσε και δεν τον βοήθαγε στο μάζεμα των ελιών για να μην επιδεινωθεί. Στενοχωριόταν, που δεν μπορούσε να τον βοηθήσει γιατί τον αγάπαγε και μια ζωή σε όλες τις δουλειές  πήγαιναν μαζί.
   «Ντύσου καλά» του μουρμούρισε. «Έρχονται γιορτές και δεν είμαστε για αρρώστιες».
 Ο μπάρμπα-Αριστείδης ήταν άνθρωπος που άμα έβαζε κάτι στο κεφάλι του θα τόκανε. Είχε “Δημέικο” κεφάλι.  Ούτε χιόνι ούτε βροχή τον γυρνούσε πίσω. Είχε βάλει σκοπό να μαζέψει τις ελιές από το χωράφι στις “Πλατάνες”, εκεί στο ρέμα, που ήταν απόσκιο και το φως έπιανε λίγο αργά, γιατί το βουνό έκρυβε τον ήλιο το μισό πρωινό. «Αν τις αφήσω κι άλλο, θα τις χτυπήσει ο παγετός και θα πάνε στράφι», σκεφτόταν, και το λάδι ήταν απαραίτητο για τον βιοπορισμό τους.
   Σηκώθηκε, φόρεσε δυό πουλόβερ, το παλιό του σακάκι  και τέλος από πάνω την κάπα, τριμμένη και ξεβαμμένη απ’ τον καιρό, που μύριζε καπνό και υγρασία. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έδενε τα κορδόνια σε κάτι παλιαρβύλες. Δεν ήξερε αν έτρεμε από το κρύο ή από τα χρόνια. Πήρε τα ταγάρι με το ψωμί τυρί και ελιές ,που του ετοίμασε η γυναίκα του, έβαλε την τραγιάσκα και άνοιξε την πόρτα.
   Ο παγωμένος αέρας τον χτύπησε καταπρόσωπο, σαν χαστούκι. Η ανάσα του έγινε άσπρο σύννεφο, και τα μουστάκια του σχεδόν πάγωσαν .«Ωχ, Παναγιά μου…» είπε και σταυροκοπήθηκε.
   Είχε κανονίσει να πάει με τρείς γειτόνισσες. Η μία ήταν η Βασίλω του Χρύσανθου, η άλλη ήταν η Τασιά του Κελέση και η τρίτη η Σοφιά του Τσεκούρα .Οι δυό προσφυγοπούλες είχαν έρθει μετά την μικρασιατική καταστροφή και είχαν ενσωματωθεί στο χωριό. Γυναίκες σβέλτες, με χέρια που δεν φοβούνταν τη δουλειά . Οι χωριανοί τις αγαπούσαν. Όταν υπήρχε δουλειά έτρεχαν  και έβγαζαν μεροκάματο. Ο καιρός όμως ήταν άγριος και από τη προηγουμένη η Σοφιά  του είχε πει όταν τις κάλεσε «εγώ, Αριστείδη, δουλειά θέλω, αλλά έχω και τα κοκαλάκια μου». Τις είχε πείσει όμως με το καλό: «Θα πάμε, θα τις τελειώσουμε σε δυο-τρεις ώρες, θα σας κεράσω κι ένα κρασάκι μετά, να ζεσταθούμε. Και θα πάρετε κι από ένα μπουκαλάκι λάδι έχτρα,  έτσι, για τον κόπο σας».
   Πέρασε δίπλα στον αχούρι. Έλυσε και σαμάρωσε τα δυο μουλάρια, την “Μούλα” και τον “Κοκκίνη” . Φόρτωσε τα στρωσίδια ,τις σκάλες τα σακιά και τις τέμπλες και βγήκε στον δρόμο.
Εκεί τον περίμεναν οι δυο γειτόνισσες, η Βασίλω και η Τασιά,. Κουκουλωμένες με μάλλινα, μαντήλια δεμένα σφιχτά στο κεφάλι με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες. Ήτανε  σαν σκιές και έμοιαζαν σαν να ’χαν βγει από παλιό χειμωνιάτικο παραμύθι.
   «Καλημέρα, μπάρμπα-Αριστείδη», είπε η Βασίλω, και τα δόντια της χτυπούσαν.
   «Καλημέρα να ’ναι», απάντησε εκείνος. «Με τέτοιο κρύο, μόνο καλημέρα δεν το λες . Ούτε λύκος δε βγαίνει».
   Πιο κάτω στη γωνία του δρόμου, έξω από το σπίτι της τους περίμενε Η Σοφιά φορώντας ένα  σκουφί ως τα φρύδια και ένα κασκόλ που το είχε κάνει κόμπο μπροστά στο στόμα.
    «Να σ’ πω, εγώ θα ’ρθω, αλλά αν κάνει πολλή παγωνιά, θα στα σούρω. Να το ξέρεις».
   «Να με βρίσεις, πες ότι θες. Αρκεί να τις μαζέψουμε», είπε ο μπάρμπα-Αριστείδης, και γέλασε με εκείνο το γέλιο το βαθύ, το χωριάτικο.
   Πήραν τον δρόμο για τις “Πλατάνες”. Ο αέρας είχε καλμάρει λίγο και μια αισιοδοξία υπήρχε. Ο δρόμος γλιστρούσε, το χώμα ήταν παγωμένο κι ο πάγος στα χωράφια στραφτάλιζε. Περπατούσαν σιγά-σιγά, προσεχτικά, κι ανάμεσα στις ανάσες τους κουβέντιαζαν αναμνήσεις από παλιά.
   «Θυμάσαι, Αριστείδη, τότε που μαζεύαμε με χιόνι ως το γόνυ;» είπε η Τασιά.
   «Θυμάμαι… μα τότε ήμασταν αλλιώς. Τα κόκαλα δε φώναζαν τόσο», απάντησε γελώντας πικρά.
   Όσο κατέβαιναν προς την ρεματιά , ο αέρας δυνάμωνε. Έμπαινε από τα μανίκια, από τον λαιμό, από παντού. Ένα κρύο ξερό, που δεν σε τσιμπάει μόνο στο δέρμα, αλλά μπαίνει βαθιά και κάθεται. Τα δέντρα γύρω ήταν γυμνά, κι οι κορφές των βουνών είχαν ένα άσπρο χνούδι, σαν να τις είχε πασπαλίσει κάποιος αλεύρι.
   Φτάσανε στο χωράφι. Οι ελιές, φορτωμένες καρπό, είχαν εκείνο το σκούρο γυάλισμα που δείχνει πως είναι έτοιμες για μάζεμα. Έστεκαν σκυθρωπές, με τα φύλλα παγωμένα και τα κλαδιά βαριά.Άπλωσαν με δυσκολία τα πανιά πρώτα στην  μεγάλη ελιά. Δεν ίσιωναν εύκολα, γιατί ήταν σκληρά απ’ την παγωνιά. Τα δάχτυλα δεν υπάκουαν.
Ο μπάρμπα-Αριστείδης πήρε τη σκάλα και στάθηκε από κάτω. Την κοίταξε για λίγο.
   «Πάμε», είπε αποφασιστικά και ανέβηκε στη σκάλα, αλλά μόλις άγγιξε τα κλαδιά, ένιωσε τον πάγο να του διαπερνά τα κόκαλα. Οι ελιές ήταν παγωμένες, σκληρές σαν πέτρα.
  «Δεν θυμάμαι τέτοιο κρύο», είπε η Τασιά, φυσώντας στις παλάμες της.
   «Ούτε εγώ», απάντησε ο μπάρμπα-Αριστείδης, κι ας ήξερε πως είχε ζήσει πολλούς χειμώνες. «Αλλά κάθε χρόνο λέμε το ίδιο. Περάσαν, χρόνος και κόμπος».
   Μα μόλις άρχισε να ραβδίζει, κατάλαβε πως τα πράγματα ήταν δύσκολα. Οι ελιές έπεφταν βαριές, παγωμένες, κι ο ήχος τους στα πανιά ήταν ξερός, άχαρος. Στην αρχή, η κίνηση τους ζέστανε λίγο. Η ανάσα τους έβγαινε άσπρη, σαν καπνός, και οι ώμοι τους δούλευαν με ρυθμό. Όμως το καταχείμωνο είχε άλλα σχέδια. Ο ήλιος δεν έλεγε να φανεί από το βουνό. Μετά την πρώτη ώρα, ο χειμώνας άρχισε να δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο. Ο βοριάς δυνάμωσε , κόβοντας σαν ξυράφι κάθε εκτεθειμένο δέρμα. Τα χέρια τους κοκκίνιζαν και πονούσαν . Τα δάχτυλα μέσα από τα παλιά μάλλινα  γάντια μούδιαζαν.Άρχισαν να νιώθουν  το κρύο να διαπερνά τα κόκκαλα  βαθιά . Οι κρόταφοι του Αριστείδη πονούσαν σαν να τους έσφιγγε μέγγενη. Το σώμα του, που είχε περάσει πολλά, του έστελνε κι εκείνο μηνύματα. Το γόνατο τον σούβλιζε, ο λαιμός σφιγγόταν, κι η ανάσα έβγαινε βαριά.
Η Βασίλω σταμάτησε πρώτη.
   «Δεν τις νιώθω πια τις παλάμες μου», είπε γελώντας νευρικά.
Η Σοφιά έσκυψε και αυτή και φύσηξε στις παλάμες της.
   «Ούτε εγώ. Λες κι είναι ξένα».
Κι η Τασιά σταμάτησε ξαφνικά, έβαλε τα χέρια στη μέση και έκανε μια γκριμάτσα. 
   «Αριστείδη… δεν νιώθω τη μύτη μου. Σαν να την έχω αφήσει στο σπίτι,  να τα παρατήσουμε. Οι ελιές θα είναι εδώ κι αύριο. Εμείς όμως;»
   Ο μπάρμπα-Αριστείδης κατέβηκε από τη σκάλα αργά και στάθηκε ακίνητος. Η ανάσα του έβγαινε βαριά. Κοίταξε γύρω του τα λιόδενδρα, τη γη που δούλευε μια ζωή. Θυμήθηκε τον πατέρα του, τον παππού του, όλους όσους δούλεψαν αυτή τη γη και για πρώτη φορά ένιωσε πως ίσως δεν είχε πια τη δύναμη να τα βάζει με τέτοια κρύα. Ένας άλλος άνθρωπος, πριν από τριάντα χρόνια, θα είχε μείνει. Θα είχε δουλέψει μέχρι νύχτα, μέχρι να τελειώσει. Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν υπήρχε πια. Ο χειμώνας αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους.
   «Δεν πάει άλλο», είπε τελικά. «Σήμερα θα τα παρατήσουμε. Μαζέφτε τα τον σταυρό σας» βλαστήμησε. «Στο χωριό μας φτιάχνουν τα κόλλυβα!!!».
   Καμιά δεν αντέδρασε. Σαν να περίμεναν τα λόγια του. Μάζεψαν τα πανιά όπως-όπως ,φόρτωσαν τα μουλάρια και πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Το κρύο ήταν ίδιο, μα οι κουβέντες τους ζέσταιναν λιγάκι την καρδιά.
  Όταν έφτασαν στο χωριό και τακτοποίησαν τα πράγματα ο μπάρμπα-Αριστείδης τις κάλεσε.
  «Ελάτε μέσα για καφέ. Να ξεπαγώσουμε. Να ζεσταθούμε λίγο».
Το τζάκι ήταν αναμμένο. Η ζεστασιά με τη μυρωδιά του ξύλου ήταν απλωμένη στο δωμάτιο. Η γιαγιά Τασιά  έβαλε το μπρίκι και το σπίτι μοσχοβόλησε καφέ. Κάθισαν γύρω απ’ το τραπέζι, τρίβοντας τα χέρια τους. «Βάλε και λίγο κονιάκ μέσα να συνέλθουμε» την παρότρυνε ο Αριστείδης. Έξω ο χειμώνας λυσσομανούσε, μα μέσα υπήρχε ζεστασιά, γέλια και παλιές ιστορίες.
   «Λοιπόν», του είπε η γυναίκα του η Τασιά αστειευόμενη, «την άλλη φορά να πας νωρίς τον Οχτώβρη να τις μαζεύεις με κοντομάνικο».
   «Οχτώβρη δεν γίνεται», απάντησε ο μπάρμπα-Αριστείδης. «Αλλά… θα περιμένουμε να βγει ήλιος, θα πάρει και το χώμα».
Η Σοφιά σήκωσε το ποτήρι της. 
 «Να σου πω κάτι, Αριστείδη; Καλά κάναμε και τα παρατήσαμε. Η δουλειά δεν φεύγει. Εμείς να μην φύγουμε»  
   Ο μπάρμπα-Αριστείδης χαμογέλασε. Δεν του άρεσε να παραδέχεται ήττες, μα εκείνη τη στιγμή ένιωθε κάτι περίεργο, δεν ήταν ήττα. Ήταν σοφία. Σαν να του είπε ο χειμώνας «όλα έχουν τον καιρό τους». «Παλιά» είπε σιγά, «ο καταχείμωνας ήταν το ίδιο. Εμείς αλλάξαμε. Κι αυτό δεν είναι ντροπή. Η ντροπή είναι να μην το βλέπεις» Κοίταξε από το παράθυρο. Ο ουρανός είχε ανοίξει λίγο, και μια αχτίδα ήλιου έπεφτε πάνω στις σκεπές. 
   «Ταχιά ή μεθαύριο», είπε ήρεμα, «θα ξαναπάω, με ήλιο. Κι αν θέλετε, ελάτε. Αν όχι… θα τις πάρω εγώ με την ησυχία μου. Έχω καιρό».
   «Μπάρμπα Αριστείδη, μην στενοχωριέσαι»  απάντησε η Βασίλω «Εμείς θα σ’ κάνουμε παρέα. Μόλις φτιάξει ο καιρός θα μαζέψουμε τις ελιές στο άψε σβήσε!»
   Ο μπάρμπα-Αριστείδης χαμογέλασε. Οι ελιές θα περίμεναν. Άλλωστε, κάποιες φορές, πιο σημαντικό απ’ τη δουλειά είναι να ξέρεις πότε να κάνεις πίσω — και με ποιους να ζεσταίνεις την καρδιά σου.

Τον πυρήνα της ιστορίας μας τον διηγήθηκε η κόρη του Αγγελική Δ. Τσάκωνα. Για την ιστορία ο Αριστείδης Δήμας (1898-1994) ήτανε παππούς μας από την μητέρα μας Αικατερίνης  Δελή (αδελφή της Αγγελικής).



 

Ειδήσεις περιφέρειας...