Γράφει ο Ντίνος Κορδώσης
Για το Σταύρο το Χριστέα, οι μέρες που δεν
εύρισκε μεροκάματο και δεν είχε να κάνει τίποτε γύρω εκεί στο σπίτι ήταν, οι
χειρότερες. Λεφτά για να πάει στον καφενέ δεν του περίσσευαν κι αν ήταν κι ο
καιρός βροχερός ; Ε, τότε μια λύση του
απόμενε, να πάει να βρει το Γιάνναρο, τον μοναδικό άνθρωπο που τον
ανταγωνιζόταν στο χωριό στην αφέλεια, για να παίξουνε μονά ζυγά ή καμιά εξάρα
ντρίλια.
Τούτος ο Γιάνναρος ήταν ένας
κοντόχοντρος ξανθομπάμπουρας με κόκκινα
μάγουλα και μαλλί σαν του σκαντζόχοιρου. Όλο ζαβολιές έκανε στο παιχνίδι κι όλο
άρπαζε καμιά καρπαζιά απ’ το Σταύρο τις
λίγες φορές που τον χαμπάριαζε. Σήμερα όμως δεν είχαν όρεξη για τίποτα. Η βροχή
είχε σταματήσει, αλλά ο καιρός ήταν σκουντούφλης, βαρύς κι ασήκωτος. Έκαναν
κάποιες γύρες στ’ αλώνια μπας και ξεκίνησαν τ’ αποκριάτικα ξεφαντώματα, μα
στάθηκαν άτυχοι γιατί το Πάσχα θα έπεφτε αργά τούτη τη χρονιά και θ’ αργούσε
ακόμα ν’ ανοίξει το τριώδιο. Ακόμα και τα παιδόπουλα που βγαίναν για παιχνίδι
στ’ αλώνι της Παναγιάς, είχαν φαίνεται λουφάξει στο παραγώνι. Πήρε να βραδιάζει
και είπαν να κινήσει ο κάθε κατεργάρης για τον πάγκο του να διαχειριστεί τη
διαμαρτυρία της αδειανής κοιλιάς του, όταν ο Γιάνναρος την απόλυσε την εξυπνάδα
του.
-Τι λες ρε Σταύρο πάμε;
-Και πού να πάμε λοιπόν, λοιπόν;
-Που να πάμε λέει! Να, για κότες καημένε!
-Και σε ποιο κοτέτσι;
-Στου Φούφουλα, έχει τις καλύτερες!
-Σαν πόσες έχει δηλαδή;
-Καμιά τριανταριά και παχιές-παχιές!
- Δε γίνεται, είναι πολλές. Πώς θα τις φάμε τριάντα
κότες;
-Και είναι ανάγκη να τις πάρουμε όλες; Θα
καρυδώσουμε τρεις, τέσσερες και μην τον είδατε.
Ο Σταύρος
ήταν διστακτικός, αλλά η εικόνα της ξεπουπουλιασμένης κότας στα κάρβουνα ήρθε
κι έκανε τόσο απόλυτη κατοχή στο νου
του, που ένιωθε κι όλας το άρωμα της τσίκνας στα ρουθούνια του.
- Ε,
ας πάμε λοιπόν, λοιπόν.
Και πήγαν.
Δεν ήταν
πάνω από μια ώρα νύχτα κι ο νοικοκύρης ήταν ακόμα μπροστά στη φωτιά,
πλησιάζοντας όλο και περισσότερο τα τελευταία κάρβουνα, όταν άκουσε τα κακαρίσματα.
Πήρε το λυχνάρι, πετάχτηκε στην αυλή κι έσπρωξε μ’ όλη του τη δύναμη την
ανυποχώρητη κοτετσόπορτα. Κατάλαβε πως τέτοια αντίσταση μόνο η πλάτη του
Σταύρου θα μπορούσε να προβάλει και τον πήρε με το καλό.
-Άνοιξε ρε Σταυράτσι!
-Όι δε σ’ ανοίγω, φεύγα Σαβούρα το σαυρό σ’!
Στο μεταξύ ο Γιάνναρος αποδείχτηκε
αναποτελεσματικός. Οι κότες ξεκούρνιασαν όλες και φτερούγιζαν γύρω του μεσ’ το
σκοτάδι χωρίς να καταφέρει να πιάσει καμιά, ο δε κόκορας όρμησε με κρωγμούς να
του βγάλει τα μάτια. Μεγάλη αντάρα στου Φούφουλα το κοτέτσι!
-Άνοιξε ρε Σταυράτσι! Επανέλαβε ο νοικοκύρης
παρακαλεστικά.
-Σου ‘πα
όι δε σ’ ανοίγω διαόλ’ Σαβούρα
κλέβουμε κότες!
-Να,
ρε λολούλιακα! Το μαρτύρησες! Πάμε τώρα να φύγουμε! Ξέσπασε ο Γιάνναρος κι αποχώρησαν οι δυο επίδοξοι
κλέφτες με τα χέρια αδειανά, ρίχνοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον για την
επεισοδιακή τους αποτυχία.
Πίσω
ο νοικοκύρης μετρούσε και ξαναμετρούσε τις αναστατωμένες τυχερές κότες,
που θα ζούσαν κάποιες μέρες ή μήνες
ακόμα, μέχρι ν’ αποφασίσει τ’ αφεντικό να τις βάλει στην κατσαρόλα.
Η ιστορία
βασίστηκε σε διήγηση του πατέρα μου Κορδώση Στέφανου του Μιχαήλ.